Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΩΣΤΗΣ ΚΟΛΩΤΑΣ Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ





Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Επικήδειος λόγος του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού κ. Ανδρέα Δημητρίου κατά την κηδεία του Κωστή Κολώτα


Ο Θουκυδίδης στον "Επιτάφιό" του εκφράζει το φόβο πως οι έπαινοι προς τους νεκρούς μπορεί να θεωρηθούν υπερβολικοί, γιατί ο θάνατος εξωραΐζει τους ανθρώπους. Λίγες είναι οι περιπτώσεις εκείνες που τα εγκώμια έρχονται απλά να περιγράψουν αλήθειες και, ακόμη πιο σπάνιες, οι περιπτώσεις όπου τα λόγια είναι φτωχά για να αποδώσουν το πραγματικό έργο και την εξαιρετική προσφορά κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων. Ο θάνατος του Κωστή Κολώτα δεν είναι από εκείνους τους συνηθισμένους θανάτους ενός απλού εκπαιδευτικού και πολιτιστικού παράγοντα της πόλης της Λεμεσού. Είναι μια μεγάλη απώλεια, το κενό της οποίας παρατηρήθηκε κιόλας στους μήνες της δοκιμασίας του. Η Λεμεσός και η Κύπρος δεν θα είναι απλά φτωχότερες, αλλά είναι ήδη πάρα πολύ φτωχές. Ο Κωστής Κολώτας υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα της εκπαιδευτικής, της πολιτικής, της κοινωνικής και της πολιτιστικής ζωής, που εκτιμήθηκε τόσο στη Λεμεσό και στην υπόλοιπη Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Υπήρξε ρηξικέλευθος, καινοτόμος και ένας συνεχής μεταρρυθμιστής των εκπαιδευτικών και πολιτισμικών μας πραγμάτων. Καλός οραματιστής και συνάμα πρακτικός εφαρμοστής και διαχειριστής των πνευματικών του αναζητήσεων. Υπήρξε πάντοτε ο άνθρωπος που αναζητούσε να οδηγήσει τα αντικείμενα με τα οποία ασχολείτο στην ύψιστη ποιοτική τους στάθμη για το καλό του τόπου του.
Από τη στιγμή που επέστρεψε στη Λεμεσό ύστερα από τις σπουδές του στην Αθήνα και αφότου διορίστηκε ως φιλόλογος στα σχολεία της Λεμεσού, ο Κωστής Κολώτας είχε άμεση εμπλοκή με τα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης και το έργο του εκτιμήθηκε αμέσως. Ακόμα και μετά την αφυπηρέτησή του από την ενεργό εκπαιδευτική δράση μέχρι την ώρα που τον χτύπησε η αρρώστια είχε σημαντική συμβολή στην καθημερινή και εθνική ζωή της Λεμεσού. Ο Κωστής Κολώτας σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετεκπαιδεύθηκε στο Πανεπιστήμιο Reading της Αγγλίας. Υπηρέτησε την εκπαίδευση από πολλές θέσεις. Όλα τα έκανε σε υψηλό επίπεδο, με ποιότητα και με υπευθυνότητα, με μια χαρακτηριστική στωικότητα γιατί πίστευε στην ωρίμανση των πραγμάτων. Όλα στην ώρα τους. Ποτέ δεν βιαζόταν γιατί ήξερε πως τα ζητήματα του πολιτισμού είναι πολύ μεγάλη υπόθεση για να τα αφήνεις στην τύχη χωρίς σοβαρή και ενδελεχή επιμέλεια.
Ως φιλόλογος είχε – σύμφωνα με τους μαθητές του – συνείδηση της υψηλής του αποστολής. Είχε το φυσικό χάρισμα του ‘διδάσκειν’ και δεν είναι καθόλου τυχαίο που όλοι τον προσαγόρευαν: «Δάσκαλε». Υπήρξε πάντα καλός διδάσκων, αλλά και καλός μαθητής. Ζητούσε να μαθαίνει ό,τι δεν είχε την τύχη να το γνωρίζει και ήταν από τους λίγους καθηγητές που όταν τον ρωτούσε ένας μαθητής κάτι για το οποίο δεν είχε πλήρη εικόνα, έλεγε «θα το μελετήσω και θα σου πω αύριο». Kαι το έκανε με χαρά. Ήξερε πώς να κατεβαίνει στο επίπεδο του συνομιλητή του για να τον ανεβάσει με τη μαιευτική μέθοδο ώστε να κατανοήσει ακόμα και τις πιο δύσκολες έννοιες. Γινόταν φίλος με τους μαθητές και τους συναδέλφους του, με τους οποίους παρέμεινε φίλος μέχρι το τέλος της ζωής του.
Δίδαξε θέατρο σε μαθητές που, υπό άλλες συνθήκες, ποτέ δεν θα είχαν επαφή με το θέατρο ως μέσο εκπαίδευσης και καλλιέργειας. Πρώτος εισήγαγε μαθήματα ορθοφωνίας, κινησιολογίας και θεατρολογίας σε ειδικά σεμινάρια σε μια εποχή που δεν υπήρχε κρατικό θέατρο ούτε οργανωμένη θεατρική παιδεία στην Κύπρο. Ανέβασε πολλές παραστάσεις στο Λανίτειο Γυμνάσιο στις οποίες οι μεταφράσεις, η σκηνοθεσία και η επιμέλεια ήταν δικές του. Όταν άνοιξε το Θεατράκι του ΡΙΚ, με το θρυλικό του VW μετέφερε τους μαθητές που αγαπούσαν το θέατρο για να δουν όλες εκείνες τις παραστάσεις σύγχρονου θεάτρου. Πολλοί μαθητές του ακολούθησαν τη φιλολογία ή το θέατρο επηρεασμένοι από εκείνον τον πρακτικό τρόπο μύησης στο μαγικό κόσμο της Γραμματείας μας, καθώς και του θεάτρου.
Πέρα από το θέατρο, ο Κωστής αγαπούσε τον αθλητισμό. Εκτός από την εμπλοκή του στα κοινά της αγαπημένης του ομάδας, τον Άρη, το σωματείο που υπηρέτησε από πολλές θέσεις, βοήθησε και στην ανασύσταση της χορωδίας του Άρη. Υπήρξε για πολλά χρόνια ο κύριος συντονιστής των διαφόρων αγώνων που διοργανώνονταν στο ΓΣΟ και εκφωνητής των αθλητικών αγώνων συνδέοντας, μάλιστα, τη θεατρική του φωνή με χαρακτηριστικές εκφράσεις του τύπου «έφορος, κριταί και χρονομέτραι, παρακαλώ εις τας θέσεις των».
Είναι ο άνθρωπος που συνομίλησε, όσο κανένας άλλος, με τους θεατρικούς παράγοντες του εν γένει ελληνισμού και καθιέρωσε μια δική του μεταφραστική «Σχολή». Ας θυμηθούμε ότι μετέφρασε την τριλογία «Ορέστεια», τους «Πέρσες» και τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου, τα έργα του Σοφοκλή «Αίαντας» και «Αντιγόνη», τις «Ικέτιδες», τις «Βάκχες», τις «Τρωάδες», την «Εκάβη» και την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευρίπιδη. Επίσης, ασχολήθηκε με τη μετάφραση του αριστοφάνειου σατιρικού έργου και συγκεκριμένα των κωμωδιών: «Θεσμοφοριάζουσες», «Εκλησιάζουσες», «Όρνιθες», «Βάτραχοι» και «Πλούτος». Ως εξαίρετος γνώστης και της αγγλικής φιλολογίας ασχολήθηκε και με τη μετάφραση έργων της κλασικής αγγλικής φιλολογίας όπως τα θεατρικά «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», «Όνειρο θερινής νυκτός», «Πολύ κακό για το τίποτε» και «Ριχάρδος ο Γ΄» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, καθώς και το «Πανηγύρι του Αγίου Βαρθολομαίου» του Μπεν Τζόνσον.
Ως μεταφραστής θεατρικών έργων είχε τη χαρά να ακούσει και να δει τις μεταφράσεις να παρουσιάζονται από τoν ΘΟΚ, τo Εθνικό Θέατρο, τo Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Νέο Θέατρο Θεσσαλονίκης και άλλα θέατρα στην Κύπρο και την Ελλάδα, όπως επίσης και από τo ΡIΚ και τηv ΕΡΤ. Πολλές μεταφράσεις του έχουν ανεβαστεί στην Επίδαυρο. Οι μεταφράσεις των θεατρικών έργων τόσο από το αρχαίο θέατρο όσο και από το διεθνές ρεπερτόριο έχουν σχολιαστεί από τους καλύτερους και πιο έγκυρους κριτικούς. Χαρακτηριστικό στοιχείο των μεταφράσεών του υπήρξε, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, η πρόσθεση μιας κυπριακής χροιάς επειδή γνώριζε, όσο κανένας άλλος, ότι το θέατρο και ιδιαίτερα το αριστοφανικό, αποζητούσε την αμεσότητα και την ακαριαία αντίδραση του κοινού.
Όταν το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου το Σεπτέμβριο του 2007 θα τελούσε τα εγκαίνια (για το οποίο ο Κωστής Κολώτας ήταν από τους πρωτεργάτες για να δημιουργηθεί στη Λεμεσό, ως δημοτικός σύμβουλος που υπηρετούσε τότε στον Δήμο Λεμεσού), ο τότε υπεύθυνος για την τελετή, ο μαθητής του, ο Μ. Σοφοκλέους απευθύνθηκε στον «Δάσκαλο» για να μεταφέρει σε ζωντανό λόγο τον «Επιτάφιο» του Περικλή, τον μονόλογο του «Προμηθέα Δεσμώτη», του Αισχύλου, το χορικό από την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Οι μεταφράσεις του Κωστή Κολώτα μελοποιήθηκαν από τον Μάριο Τόκα. Ο Κωστής ήταν εκεί μέχρι την τελευταία πρόβα, να δει και την τελευταία λεπτομέρεια.
Πρωτοστάτησε για τη δημιουργία της Εταιρείας Θεατρικής Ανάπτυξης Λεμεσού (ΕΘΑΛ), που ξεπέρασε ήδη τις 100 παραστάσεις. Για την αγάπη του και τη συμβολή του στο θέατρο, η πολιτεία τον τίμησε ποικιλοτρόπως. Υπήρξε μέλος και Πρόεδρος τoυ Διοικητικού Συμβουλίου του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τραπέζης Κύπρου από της ιδρύσεώς του και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, καθώς και μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Βραβεύθηκε με το Βραβείο “Μελίνας Μερκούρη”, θεατρικής συγγραφής, του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου. Μετείχε ως εισηγητής σε τοπικά και διεθνή θεατρικά συνέδρια και δημοσίευσε άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά με θέμα, κυρίως, το αρχαίο ελληνικό δράμα. Δίδαξε Ιστορία του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου και Δραματολογία σε θεατρικά εργαστήρια και δραματικές σχολές, της Κύπρου και της Ελλάδας.
Αλησμόνητες θα μείνουν οι μουσικές και ποιητικές νύχτες που οργάνωνε στο θεατράκι της «Μικρής Σαλαμίνας» (που η αγάπη των Αμμοχωστιανών της Λεμεσού ξανάστησε στη Φασούλα), αφιερωμένες στις καλοκαιρινές μέρες του Αυγούστου με πανσέληνο. Εκεί, μέσα από κείμενα από όλη την γκάμα της ελληνικής ποίησης και μουσικής που επέλεγε έδειχνε όλο τον αισθητικό του πλούτο, αλλά και όλη την τρυφερότητα της ψυχής του.
Ο Κωστής Κολώτας υπήρξε ένας ‘πολίτης’, με την παλιά σημασία που περιείχε η λέξη. Εκτός από τις πνευματικές δραστηριότητες και αναζητήσεις, έντονο και διαρκές ήταν το ενδιαφέρον του για τα κοινά, έχοντας διατελέσει και δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Λεμεσού, με το συνδυασμό «Η Πόλη μας» γιατί πίστευε στην ‘πολιτότητα’ ως ένα σημαντικό θεσμό της πολιτικής ζωής των ανθρώπων. Ποιός δεν θα τον θυμάται να διασχίζει την πόλη με τη μικρή του μοτοσικλέτα για να πάρει τις εφημερίδες του, να σταματήσει για να κουβεντιάσει με τους φίλους του που τους έβρισκε σε κάθε γωνιά της πόλης όπου και να πήγαινε, να μιλήσει σε πολύ ιδιωτικό τόνο με τον καθένα που συναντούσε τον «Δάσκαλο;».
Αποζητούσε το διάλογο και κράτησε διάφορες στήλες σε εφημερίδες της Κύπρου για πολιτιστικά και κοινωνικά θέματα. Δεν είναι τυχαίο που κράτησε στο Κανάλι της Λεμεσού πρώτα ως 9.86 και στη συνέχεια Κανάλι 6 μόνιμη εκπομπή στην οποία συνομιλούσε με τους πολίτες για τα θέματα που τους ενδιέφεραν και τους απασχολούσαν στην καθημερινή τους ζωή.
Η Λεμεσός υπήρξε η έμπνευσή του. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τη Λεμεσό χωρίς ανθρώπους όπως ο Κωστής Κολώτας. Φοβάμαι πως άνθρωποι όπως τον Κωστή όταν φεύγουν, σπάει το καλούπι και είναι δύσκολο να τους αντικαταστήσεις. Είναι μοναδικοί και αυτή τη μοναδικότητά τους δεν την κράτησαν για τον εαυτό τους, αλλά την έκαναν δημιουργική γέφυρα για να περάσουν σημαντικές και ευφάνταστες ιδέες, να στηθούν θεατρικές παραστάσεις, να γίνουν μεταφράσεις, ομιλίες, δρώμενα.
Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να σας διαβάσω μια από τις μεταφράσεις του Κωστή Κολώτα από το «Χορικό της Αντιγόνης» του Σοφοκλή, το γνωστόν «πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει…», όπως ακούστηκε στην τελετή έναρξης του πανεπιστημίου το Σεπτέμβριο του 2007:

Πολλά είναι τα θαυμαστά στον κόσμο ετούτο!
Πιο θαυμαστό από όλα ο άνθρωπος.
Την αφρισμένη θάλασσα περνάει ποντοπόρος
το φουσκωμένο κύμα σκίζοντας.
Τη γη την άφθαρτη, τη μάνα και τροφό,
οργώνει στου χρόνου τα γυρίσματα,
με τα καματερά που δάμασε
και τα έζεψε εις το βαθύ αλέτρι.
Με το μυαλό του πετάει σαν άνεμος
τη γλώσσα έμαθε και πώς να ζει σε κοινωνία με νόμους.
Ο άνθρωπος ο πολυμήχανος
που έμαθε των καιρών την αγριάδα,
το χιονιά και τη βροχή ν’ αποφεύγει
κι ηύρε τη γιατρειά από πολλές αρρώστιες
μα τον θάνατο να νικήσει δεν μπορεί.
Μάστορας πρωτομάστορας
τέχνες πολλές σοφίστηκε.
Όμως το θολωμένο του μυαλό
μια στο καλό, την άλλη στο κακό
πορεύεται και τρέχει.
Σωστός πολίτης όποιος των ανθρώπων τα δίκαια
και των θεών τα όσια ακολουθεί.

Αγαπημένε μας Κωστή Κολώτα,
Πάντα μας μιλούσες για τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, που σε κάποια μέρη του νησιού, κυρίως από τους πιο ηλικιωμένους ανθρώπους, παραμένει μεγάλος. Συνάντησες, έγραψε κάποτε μια εφημερίδα, μια φορά σε ένα χωριό της Πάφου μια γερόντισσα (κοτζιάκαρη, όπως τη λέμε στο νησί) και τη ρώτησες «ίντα που κάμνεις, κυρά;». «Καλά είμαι», σου αποκρίθηκε εκείνη. «Ε το, καρτερώ να 'ρτει η λυχναφής ώρα, να γυρίσει ο γέρος μου έσσω (σπίτι)». Ο Δάσκαλος μάς έδειξε ότι λυχναφής ήταν η ώρα, κάτι μεταξύ δειλινού και αρχής της νύχτας (ίσως πιο κοντά είναι το «λιόγερμα»), που έβγαινε στους δρόμους «ο άνθρωπος που θα άναφκεν τους λύχνους». Έναν τέτοιο άνθρωπο που άναβε κάθε τόσο τους πολιτιστικούς μας λυχνοστάτες κατευοδώνουμε σήμερα, που άναβε τους «λυχνοστάτες της ζωής μας» για να έχουμε φως, περισσότερο φως.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα του αγαπημένου σου χωριού Άρσους, που θα σε σκεπάσει την ‘λυχναφήν ώραν’.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου