Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΩΣΤΗΣ ΚΟΛΩΤΑΣ Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ





Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

25η Μαρτίου 1821-1η Απριλίου 1955 Δυό κορυφαίες στιγμές της Ρωμιοσύνης

 «Θεέ που άκραν δεν έσιεις ποττέ στην καλοσύνην λυπήθου μας τζαι δώσε
πκιον χαράν στην Ρωμιοσύνην»
Η λέξη Ρωμιοσύνη, όπως μνημονεύεται στο δίστιχο αυτό από τον εθνικό ποιητή της
Κύπρου, το Βασίλη Μιχαηλίδη,έρχεται στο νου μας κάθε φορά που τιμούμε μια ένδοξη στιγμή της Ελληνικής μας ιστορίας, μια σημαδιακή ώρα του Ελληνισμού. Και η 25η
Μαρτίου και η 1η Απριλίου είναι δυό τέτοιες στιγμές-σταθμοί στη μακραίωνη πορεία ενός
λαού.Ενός λαούπου με την ιδιοτυπία του, τη ζωντάνια και τη δυναμικότητά του, άφησε
στην παγκόσμια ιστορία σημάδια μιας μοναδικής πορείας και μνημεία μιας πανανθρώπινης προσφοράς.

Από τότε που το πρώτο πλεούμενο γλιστρούσε στα νερά του Αιγαίου και του Ιουνίου, βγήκανε οι Έλληνες στις θάλασσες του κόσμου. Σε στεριές πρωτοϊδωμένες και σε ουρανούς άγνωστους.

Κι έγινε ο Έλληνας Ιάσονας, για να πάει στη μακρινή Κολχίδα να βρει το χρυσόμαλλο δέρας. Κι έγινε Ηρακλής να πάει στην Εσπερία να πάρει τα χρυσά μήλα των εσπερίδων. Κ΄ έγινε Ορφέας να πάει στις άκρες του Ωκεανού και να κατεβεί στον Άδη να βρει την καλή του.

Κι έγινε το αιώνια σύμβολο του ξενιτεμένου, του περιπλανώμενου, αυτού που φτάνει πάντα σε ξένα λιμάνια, αλλά και πάντα νοσταλγεί τον τόπο του.

Έγινε ο Έλληνας Οδυσσέας. Κι από τότε ο καημός του νόστουέγινε τραγούδι «άνδρα μοι έννεπε Μούσα πολύτροπον…». Και έγινε φλοίσβος κυμάτου φτασμένου από το καράβι του Οδυσσέα σε ένα ακρογιάλι της Ιωνίας ή της Θράκης, της Ιθάκης ή της Ζάκυνθος, της Κρήτης ή της Κύπρου…
Κι ύστερα,ο Μέγας Αλέξανδρος και των Ελλήνων ο στρατός, που έφερε την Ελληνική γλώσσα και τους Έλληνες θεούς, στα πέρατα της Ασίας και στην Αφρική. Και φύτρωσαν μέσα σε φαράγγια και ερήμους, πάνω σε χιονοσκέπαστα βουνά της Ασίας και σε μεσογειακά ακρογιάλια πόλεις πολυάνθρωπες και πολυδύναμες, οι Αλεξάνδρειες κι οι Αντιόχιες… Κι έγιναν πυρήνες πολιτισμού και φάροι σοφίας.
Μύθος και ιστορία και μνήμη… Παντού βρήκε ο Έλληνας πατρίδες
Σ’ αυτή την πορεία μέσα στο χρόνο πολλές είναι οι σημαδιακές στιγμές σ’
όλους τους τόπους που κατοικήθηκαν από τη φυλή μας. ’Όμως κάνουμε συχνά
το λάθος τις μεγάλες στιγμές του Ελληνισμού να τις απομονώνουμε και να τις
βλέπουμε ξεκομμένες από την όλη πορεία της φυλής μας και να τις κλείνουμε
σε ένα ορισμένο και περιορισμένο χώρο. Κι όμως είναι δημιουργήματα της
ίδιας ψυχής, της ψυχής της ρωμιοσύνης.
Και οι νίκες και οι ήττες και οι στιγμές θριάμβου και οι στιγμές ταπείνωσης
και τα μεγάλα κατορθώματα και τα μικρά, είναι πράξεις του ίδιου αδιαίρετου
λαού, με μια αδιάσπαστη συνέχεια. Η συνέχεια αυτή του τόπου και του χρόνου, εποχών και γεωγραφικών χώρων, φαίνεται ολοκάθαρα σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο: στον 5ο αιώνα προ Χριστού στις Θερμοπύλες και τη Σαλαμίνα, στον τέταρτο αιώνα στην Ισσό και τα Γαυγάμηλα, στη Βυζαντινή περίοδο στην
Πόλη και στις εσχατιές της Καππαδοκίας και του Πόντου,στην επανάσταση του 1821 στο Μανιάκι, στην Τριπολιτσά και στη Λευκωσία.
Στη νεότερη εποχή στην Πίνδο, στο Λιοπέτρι και το Μαχαιρά. Και στα
σημερινά χρόνια στο οδόφραγμα της Δερύνειας και στην πράσινη γραμμή…
Αυτή την αδιάσπαστη συνέχεια με απλά λόγια ιστορεί ο Νικηφόρος
Βρεττάκος στο ποίημά του «Προσευχή κάτω από την Ακρόπολη»:
Aνηφόριζεν ο ξωμάχος σου στ’ ανάντια βουνά,
με τη μητέρα Ελλάδα, φορτωμένη στο γαϊδουράκι του.
Κι ήτανε τα «Κρυφά Σκολειά»όπου μέσα τους
«χιονισμένο, βρεγμένο»συνάζονταν όλο τοέθνος.
Και το κιτρινισμένο ράσο τού παπά,
το υφασμένο πριν απ’ τηνΆλωση,
μύριζε σμύρνα απόκείνη που οι μάγοι οδοιπορούντες
επήγαν κι εφιλέψανε τον Ιησού
Κι oι τύραννοι έσερναν στο κριτήριο τα παιδιά σου.
Τους παζάρευαν την ψυχή,αλλά δεν την πουλούσανε.
Σου κατέβαζαν την ψυχή και την έκλειναν στο λαγούμι
κι ας μη χώραγε πουθενά,καμωμένη για τον ορίζοντα.
Σε γυμνώναν ως μέσα στο πετσί και το κόκκαλο,
όμως δεν μπορούσαν να βγάλουν και το πάλεμα από μέσα σου.
Κι όπου έβρισκες άνοιγμα,
ξεσπούσες σε ακριτικά τραγούδια και κλέφτικα.
Κ έτσι οι Έλληνες,
άλλοι στα σίδερα κι άλλοι ελεύθεροι ψηλά στις κορφές
περιφέρονταν στον ορίζοντα.
Κι ο καθένας είχε κι από ένα μικρό Μεσολόγγι στο στήθος του.
Και μια μουσική γινωμένη από τα έμβολα των `Ελλήνων,
που όμοια με ουράνια πτερωτά τα καράβια των Ελλήνων ριχνόντουσα
πάνω σ αυτά των Περσών στη Σαλαμίνα.
Και θάλεγε μάλιστα κανένας
πως φτιάχτηκαν και τα βουνά σου εξεπίτηδες
έτσι απόκρημνα και υψηλά,
να τ’ ανεβαίνουν οι ‘Ελληνες και ν’αποθέτουνε
στις κορφές τους την κιβωτό με το έθνος.
Αλλά για να γίνει τέτοιος που ήτανε ο λαός και τέτοια η γης σου,
ο πρώτος κλαδεύονταν ταχτικά
κι αρδευόνταν αδιάκοπα ή δεύτερη.
Kαι το αίμα πολύ και καλό για φυτείες και μέλλοντα...
‘Έτσι λοιπόν μέσα στο σημερινό Κύπριο νέο, που μόνοςτου επιλέγει και
αποφασίζει, απλά και ωραία, όπως απλά και ωραία είναι τα νιάτα του, απο-
φασίζει μέσα οε μια στιγμή, μια στιγμή που κλείνει μέσα της αιώνων ιστορία,
αποφασίζει και παίρνει στους ελληνικούς ώμους του το ωραίο βάρος αυτής της
ιστορίας και δρασκελίζει τη γραμμή της ντροπής και σκαρφαλώνει σε ένα ιστό,
για να κατεβάσει το σύμβολο της υποταγής, το σύμβολο του Αττίλα, μέσα σ’
αυτόν τον Κύπριο νέο ζει ο συνομήλικος του έφηβος του 55-59 που ύψωνε την
Ελληνική σημαία στο αέτωμα του σχολείου του που κουβαλούσε βόμβες και
φυλλάδια ανάμεσα σε βιβλία με τα κείμενα του Πλάτωνα και του Αισχύλου,
του Ρωμανού του μελωδού, του Διονύσου Σολωμού και του Παπαδιαμάντη.
Ζει ο μαχητής της Πίνδου, το κλεφτόπουλο του 21, ο Ακρίτας του Βυζαντίου,
ο οπλίτης των Θερμοπυλών και ο ναύτης της Σαλαμίνας...
Το 1821 για τον Ελληνισμό γενικότερα και το 55-59 για τον Ελληνισμό
της Κύπρου ειδικότερα, ήταν μια σειρά από πράξεις, με την πλήρη σημασία
του όρου π ρ ά ξ η. ‘Όμως συχνά το ξεχνούμε αυτό, και στην προσπάθειά μας
να τις περιγράφουμε ωραία, να τις υμνήσουμε, τις μετατρέπουμε σε λόγο, ένα
λόγο συχνά πλαστό, ωραιοποιημένο και γι’ αυτό γεννά την αμφιβολία και δε
γίνεται πιστευτός.
Έτσι τα κατορθώματα εκείνα και οι δημιουργοί τους, οι άνθρωποι που έκαναν τις ιδέες τους, τις ιδέες της ρωμιοσύνης πράξη, εξιδανικεύονται, για να
εντυπωσιάσουν και να ενθουσιάσουν προσωρινά, στιγμιαία και να περάσουν
ύστερα στη λήθη, ώσπου να τους ξαναθυμηθούμε σε μια άλλη επέτειο. Κι
όμως οι Έλληνες εκείνοι είναι πολύ πιο ωραίοι και πιο αληθινοί, όταν τους
δούμε με τα απλά ανθρώπινα μέτρα τους. Το παράδειγμα αυτό της απλότητας
θα το βρούμε σ’ ένα ρωμιό της Ελληνικής Επανάστασης του 21 που τιμούμε
σήμερα, στον Μακρυγιάννη. Να πώς περιγράφει μια θυσία, ένα ηρωικό θάνατο, το θάνατο του Γκούρα:

Τότε έκατσεν ο Γκούρας και οι άλλοι κι εφάγαμεν ψωμί. Και τραγουδήσαμε κι εγλεντήσαμε. Με παρεκάλεσεν ο Γκούρας νά τραγουδήσω,

ότι είχαμεν τόσον καιρόν οπού δεν είχαμεν τραγουδήσει… Τότε λέω ένα

τραγούδι: ο ήλιος εβασίλεψε, Έλληνα μου βασίλεψε, και το φεγγάρι

εχάθη.

Κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά στην Πούλια,

τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.

Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει καιτους κρένει,
«Εψές όπου βασίλεψα πίσω από μια ραχούλα
άκουσα γυναίκια κλάματα κι αντρών τα μοιρολόγια
γιαυτά τά ηρωϊκά κορμιά στον κόσμο ξαπλωμένα
και μες στο αίμα το πολύ είν’όλα βουτημένα.
Για τηv πατρίδα πήγανε στον Άδη τα καημένα…»
Ο μαύρος ο Γκούρας αναστέναξε και μου λέει: «Αδελφέ Μακρυγιάννη,
σε καλό να μας το κάνει ο θεός. Άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παρα-
πονεμένα… Σε καλό να μας βγει…»
«Είχα κέφι, τού είπα, που δεν έτραγουδήσαμεν τόσον καιρόν…»
Άρχισε ο πόλεμος κι άναψε ο ντουφεκισμός πολύς. Πήρα τους ανθρώπους μου και πήγα εκεί, καθώς ήμουν διορισμένος. Και στάθηκα κάμποσο και πολεμήσαμε.Πήγα εις το κονάκι μου, ότι έπαιρνε να βασιλέψει το φεγγάρι. Έρχονται και μου λεν : Τρέξε! Σκοτώθηκε ο Γκούρας εις το πόστο του! Έριξε εναντίον των Τούρκων.Απάνω στη φωτιά τον βάρεσαν
εις τα μηλίγγια…

Πήγα, τον πήραμε εις τον ώμο και τον βάλαμε σ’ένα μπουντρούμι… Τον
συγύρισε η φαμελιά του και τον θάψαμε…

Προσθήκη λεζάντας
Την ίδια απλότητα θα τη βρούμε στο Γιάννη Ρίτσο για ένα ήρωα του
Κυπριακού Αγώνα του 55-59, για τον Γρηγόρη Αυξεντίου:
Όλο ετοιμάζομαι να φύγω κι όλο στέκω.
Σαν να έχω να προσθέσω ακόμα στον κόσμο. Σαν να έχω να προσφέρω
ακόμα λίγη ευτυχία σε σας απ’ το μεδούλι μου.
Θυμάμαι… Καλοκαιριάτικο σούρουπο ήτανε.
Σταμάτησα τ’ αμάξι μπροστά σε μια καλύβα. Διψούσα.
Μια μαυροφορεμένη γριά με φίλεψε με το κανάτι δροσερό νερό.
«Φχαριστώ, γιαγιά» της είπα… «Καλή λευτεριά, γιε μου» αποκρίθηκε.
Καλή λευτεριά, γιαγιά» της ξανάπα - κι ένιωσα πως της την χρωστώ…
...Κι όπως τράβηξα με χαμηλωμένα τα φώτα,
ένιωθα ν’ανεβαίνω με τ΄αμάξι μου,
μαζί κι ο μέγας κάμπος της Μεσαορίας,
βαθύς και σιωπηλός, αχνισμένος από το φεγγαρόφωτο,
ένιωσα να ανεβαίνω ίσα στον ουρανό
κι ένιωθα το φεγγάρι
σάμπως χρυσό κωνσταντινάτο κρεμασμένο στο λαιμό μου…
Άφησα το αμάξι μου σε ένα χαντάκι. Πήρα το όπλο.
Κι ανέβηκα στο βουνό.
Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά
που το στόμιό της βλέπει ολόισια στον ήλιο
που θα τον νιώσω πάλι δροσερό,
καθώς θα με περνάνε όπως εκείνη τη νύχτα με το φεγγάρι,
θα τον νιώθω δροσερό κωνσταντινάτο
να μου δροσίζει το καμένο στήθος μου
κι έτσι λίγο-λίγο
να ζεσταίνεται ο ήλιος και να αχνίζει στον κόρφο μας.
Γεια σας…
(Γιάννης Ρίτσος «Αποχαιρετισμός»)
Όλες οι καμπάνες της Γης σήμαναν μεμιάς… Όλα τα ανθρώπινα
μέτωπα ψηλά. Όλες οι σημαίες μεσίστιες.Στο χωριό Λύση, στον κάμπο
της Μεσαορίας, ανάμεσα Λευκωσία και Αμμόχωστο, η μάνα του έσφιξε
το μαύρο της τσεμπέρι κάτω από το δυνατό σαγόνι της κι είπε ακριβώς
τα λόγια που περίμενε ο γιος της: «Είμαι πέρφανη. Κάλλιο μια χούφτα
τιμημένη στάχτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου…
Με τούτα τα απλά λόγια της μάνας του Γρηγόρη Αυξεντίου, της Ελληνίδας
μάνας όλων των εποχών, μιλά η ρωμιοσύνη.’Όπως με τα ίδια απλά, σεμνά,
ανθρώπινα λόγια μιλούν οι νέοι της Κύπρου, όταν στον αγώνα του 55-59 αντιμετώπιζαν την αγχόνη.
Η ώρα του θανάτου πλησιάζει, μα στην ψυχή μας φωλιάζει ηρεμία. Στη
θέση που βρισκόμαστε τώρα ούτε με το μικροσκόπιο δεν μπορούμε να
ανακαλύψουμε πού υπάρχει τραγωδία στο θάνατο. Τότε μόνο θα αισθανόμουνα λύπη, αν ήξερα ότι θα μπορούσα να μείνω νέος και αθάνατος
αν απέφευγα την εκτέλεση. Όμως μόνο με την εκτέλεση θα μπορέσω να μείνω πάντα νέος και αθάνατος…
Θέλω να ξέρετε πως ο γιος κι αδελφός σας πέθανε με το χαμόγελο
στα χείλη. Γιατί κράτησε μέχρι τέλος τον ιερό όρκο που έδωσε να θυσιαστεί
χάριν της ελευθερίας της Κύπρου… Να είστε βέβαιοι πως γρήγορα θα
ανατείλει το άστρο της ελευθερίας και της δικαιοσύνης στο νησί μας…
θέλω να είστε υπερήφανοι, γιατί ο γιός και αδελφός σας θυσιάστηκε για
την κοινή ελευθερία… Γεια σας.
Το 1821 και το 1955-59 που τιμούμε αυτές τις μέρες, ήταν αναμφισβήτητα από τα πιο καίρια
γεγονότα της Ελληνικής ιστορίας. Από το 1821 ξεπήδησε ο νέος ελληνισμός. Από το 55-59 γεννήθηκε το Κυπριακό κράτος, αναστήθηκε ένας λαός, ένα τμήμα του Ελληνικού λαού, που πορευόταν από αιώνα σε αιώνα σε μια ταπεινωτική δουλεία. Και πήρε τη θέση του ανάμεσα σε
όλους τους ελεύθερους λαούς. Είναι χρέος μας να τιμούμε αυτές τις δυο κορυφαίες στιγμές της ρωμιοσύνης. Θα ήταν όμως τραγικό λάθος να μένουμε μόνο στην ανάμνησή τους και να καθρεφτιζόμαστε σα νάρκισσοι μια φορά το χρόνο στο μεγαλείο τους. Πρέπει κάποτε να πάψουμε να θαυμάζουμε τους εαυτούς μας μέσα στους ήρωες και τους ηρωισμούς του παρελθόντος. Αντίθετα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε μέσα μας και να πραγματώσουμε εκείνα τα στοιχεία και κείνες τις αρετές που πραγμάτωσαν εκείνοι.
Όταν διαχρονικά και απλά, χωρίς χάσματα και χωρίς φκιασίδια αντικρύσουμε την ιστορία μας και αυτούς που την έγραψαν, ίσως λύσουμε και το μεγαλύτερο εθνικό μας πρόβλημα, που βασανίζει το σύγχρονο ‘Έλληνα όπου κι αν ευρίσκεται: την έλλειψη μιας πλήρους, ρεαλιστικής και γόνιμης εθνικής αυτογνωσίας. Αυτό που λέμε εθνική ταυτότητα. Όταν αντικρύσουμε σωστά τη φυλή μας, με το μεγαλείο και τις ταπεινώσεις της, τα εθνικά προτερήματα αλλά και τα ελαττώματα, με το μεγαλείο της όπως φαίνεται στο Χάνι της Γραβιάς και στα βουνά του Κύκκου, αλλά και με τα τραγικά λάθη της, όπως φαίνονται στη Μικρασιατική καταστροφή και στο προδοτικό πραξικόπημα της Κύπρου, τότε θα συμφιλιωθούμε μαζί της. Θα την αγαπήσουμε πραγματικά και θα μετατραπεί μέσα μας σε δημιουργική δύναμη για μια καινούργια άνθιση. Ιδιαίτερα αυτό χρειάζεται σε δύσκολες εποχές όπως η σημερινή στην Κύπρο αλλά και στο Αιγαίο…
Όπως λέει ο ποιητής:
Όταν νέφη απειλούν να αποκλείσουν τον κόσμο,
όταν πάνω μας άνεμοι ισχυροί
παρασύροντας μεταθέτουν την ΄Αρκτο.
΄Οταν νιώθουμε μόνοι στο μέσο μιας έρημος
δίχως σημεία κι άλλο δε βλέπουμε,
κατά σένα γυρίζουμε το κεφάλι μας.
Και σε βλέπουμε σε ώρες μεγάλου φωτός, που κι οι πέτρες σου ακόμα
ντύνονταν δόξα… Κι ελαμπρύνονταν τα βουνά…Ρωμιοσύνη!
Απολιόρκητη όταν πολιορκείσαι
κι όταν συλλαμβάνεσαι ασύλληπτη.
Κι όταν κουστωδίες σε πάνε και σε φέρνουνε στα Πραιτώρια.
Κι όταν δένεσαι πάνω σε πασσάλους και μαστιγώνεσαι.
Κι όταν ενταφιάζεσαι, δε μένεις εκεί,
παρά μόνο για μια δυο, το πολύ για τέσσερες νύχτες.
Οπότε «όρθρου βαθέος»
γιομίζεις το φως με πίδακες της Ανάστασης!
(Νικηφόρος Βρεττάκος «Προσευχή κάτω από την Ακρόπολη»)
Αγαπητοί μου,
Δύσκολα τα χρόνια που περνούμε. Ζούμε στον Ελληνικό χώρο ευρύτερα και στο χώρο της Κύπρου ειδικότερα, μια φοβερή δοκιμασία, ύστερα από μια εθνική ταπείνωση του 1974. Όμως όταν νιώσουμε σιγουριά για το τι είμαστε, θα αντέξουμε και θα σταθούμε ξανά στα πόδια μας. Φτάνει να πιστέψουμε στη δύναμη της φυλής μας. Τότε θα δούμε μαζί με τον Κύπριο ποιητή πως:
Η ρωμιοσύνη εφ φυλή συνότζαιρη του κόσμου
κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ιξηλείψει.
Κανένας γιατί σκέπει την που τ΄ άψη ο θεός μου.
Η ρωμιοσύνη εν να χαθεί όντας ο κόσμος λείψει...
(Βασίλης Μιχαηλίδης, 9η Ιουλίου 1821)
Και θα δούμε μαζί με τον Ελλαδίτη συνάδελφό του, πως:
Ένας μαντατοφόρος φτάνει από τη μεγάλη λαγκαδιά.
Στο πρόσωπό του λάμπει ιδρωμένος ο ήλιος.
Κάτω από τη μασχάλη του κρατάει σφιχτά τη Ρωμιοσύνη.
«Ηρθε η ώρα!», λέει. Κάθε ώρα είναι δικιά μας ώρα.
Σώπα, όπου να΄ναι θα σημάνουν οι καμπάνες… (Ρίτσος)

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΔΑΣΚΑΛΟ-ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ  ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΚΟΛΩΤΑ" . ¨Εκδοση του Δήμου Λεμεσού και του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τραπέζης Κύπρου που μόλις κυκολοφόρησε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου