Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΩΣΤΗΣ ΚΟΛΩΤΑΣ Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ





Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Σημειώσεις στον Καβάφη

1. Ηθικές Στάσεις - Διδακτισμός

Πολλά έχουν γραφεί για τον διδακτισμό στην ποίηση του Καβάφη. Η διδακτική ή παραινετική ποίηση είναι πανάρχαια. Από τον καιρό του Ησίοδου και των μεγάλων τραγικών ποιητών μέχρι τις μέρες μας. ΄Ομως ο Καβάφης με ένα εντελώς δικό του τρόπο, με την ευαισθησία του και την γνώση του ανθρώπου και της μοίρας του, του ιστορικού και του σύγχρονου, ανανέωσε αυτό το αμφισβητούμενο είδος.
Το βασικό χαρακτηριστικό της διδακτικής και γενικά της φιλοσοφικής ποίησης του Καβάφη, είναι πως αυτή απορρέει, είναι το αποτέλεσμα ή το επιστέγασμα μιας δραματικής σύλληψης του ανθρώπου και της μοίρας του. Το κάθε γνωμικό του, ο κάθε ηθικός κανόνας, είτε είναι λίγοι στίχοι είτε λίγες λέξεις είτε μια μόνο λέξη, είναι σαν ένας επίλογος ενός δράματος. ΄Ετσι και η διδακτική ποίηση του Καβάφη δεν χάνει τη δραματικότητά της
΄Ενα δεύτερο χρακτηριστικό της ποίησης του Καβάφη είναι ότι βρίσκει πάντοτε ένα σύμβολο στο οποίο συμπυκνώνεται, ενσαρκώνεται αυτό που θέλει να μας πεί. Και το σύμβολο αυτό έχει πάντα σχέση με τον άνθρωπο, την ιστορία του , τη μοίρα του. Τα Καβαφικά σύμβολα είναι πρόσωπα ιστορικά συνήθως ή ιστορικές στιγμές ή τόποι. Ποτέ ο Καβάφης στη φιλοσοφική του ποίηση δε χρησιμοποιεί εικόνες από τη φύση, τα ζώα ή τα φυτά. Μελετά τον άνθρωπο, την ιστορική του πορεία, την ανθρώπινη μοίρα. Και επιλέγει μεγάλους άνδρες αλλά και μικρούς και ασήμαντους και τους κάνει σύμβολα. Ακριβώς στα σύμβολα αυτά και όχι σε λόγια και συμβουλές, ενσαρκώνει τη διδαχή του ο Καβάφης. Αυτά τα σύμβολα είναι η ενσάρκωση ενός τρόπου ζωής, μιας ηθικής στάσης απέναντι στη ζωή και τα μεγάλα προβλήματά της.
Το τρίτο χρακτηριστικό της διδακτικής ποίησης του Καβάφη είναι ότι δεν παύει να είναι υψηλή ποίηση, να διατηρεί ενα υψηλό ποιητικό τόνο, ήθος και ύφος. Είναι ποίηση αισθητικά άρτια, έχει αισθητική αξία. Πρώτη έγνοια του Καβάφη και εδώ η αισθητική.
Αυτά τα χαρακτηριστικά της διδακτικής (ή φιλοσοφικής ποίησης του Καβάφη) τα βρίσκουμε σε τρία από τα πιο γνωστά ποιήματά του: Στην Πόλη, την Ιθάκη και το Απολείπειν ο θεός Αντώνιον.
Πόλις: Σύμβολο εδώ είναι ο ευρύτερος χώρος όπου ζούμε, η πόλις. Το δράμα του ανθρώπου που χάλασε την ζωή του σ’ αυτό το χώρο. Η δική του ηθική, ο δικός του τρόπος σκέψης και συμπεριφοράς τον οδήγησαν στην απομόνωση (όπως στα Τείχη) και στο αδιέξοδο. Κάθε προσπάθεια του να βγει από την απομόνωση, να δραπετεύσει, είναι καταδικασμένη. Για τί κι αν ακόμα φύγει, η πόλις θα τον ακολουθεί. ΄Εμμεσα στο ποίημα αυτό ο Καβάφης, δίνοντας τις αρνητικές επιπτώσεις των πράξεών μας (κλείσιμο στα τείχη, μια ρημαγμένη ζωή σε μια πόλη και το αδιέξοδο) μας προτρέπει να προσέξουμε, για να μη φτάσουμε σε τέτοια απομόνωση και τέτοια αδιέξοδα. Το πώς, όμως, εδώ δεν μας το δίνει.
Ιθάκη: Σύμβολο εδώ ένας ιστορικό νησί, το νησί του Οδυσσέα, το αντικείμενο του πόθου και της νοσταλγίας του. Αλλά πίσω από την Ιθάκη, σε όλο το ποίημα, είναι κυρίαρχη η μορφή του Οοδυσσέα, ως αιωνίου συμβόλου του ανθρώπου ο οποίος αναζητά, ερευνά, θέλει να γνωρίσει. Και πρέπει να αναζητάει ο άνθρωπος, και αυτή η αναζήτηση καλύτερα να είναι συνεχής και μακρά: “νά εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος” . Τελικό δίδαγμα όμως: η αναζήτηση, η πορεία, η έρευνα αξίζει περισότερο από το αποτέλεσμα, το τέρμα. Μπορεί το τέρμα να μας απογοητεύσει, να είναι “πτωχική η Ιθάκη”. Σημασία έχει το ωραίο ταξίδι, ο δρόμος, οι γνώσεις και οι εμπειρίες.
Στο “Απολείπειν ο θεός Αντώνιον” σύμβολο είναι μια ιστορική προσωπικότητα. Μια τραγική φυσιογνωμία. Η εγακατάλειψη που νοιώθει ο Αντώνιος μπορεί να συμβεί στον καθένα μας. Είναι ένα από τα ποιήματα του Καβάφη που αδίστακτα μπορούμε να τα κατατάξουμε στα διδακτικά. Σ΄αυτό το ποίημα βλέπουμε καθαρά το διδακτικό τόνο στην ποίηση του Καβάφη. Αν προσέξουμε στην πρώτο μέρος του ποιήματος δίνει αρνητικές συμβουλές, τί να μην κάνουμε:

Μή ανωφέλετα θρηνήσεις
Να μην γελασθείς
μην πείς
Μην καταδεχθείς
Κι ύστερα, στο δεύτερο μέρος, ακολουθούν θετικές προτροπές:
Πλησίασε σταθερά
Και άκουσε με συγκίνηση...
Κι αποχαιρέτα την......

Σ΄αυτό το ποίημα, όπως και σε άλλα, ο Καβάφης λέει πως κι όταν ακόμα κάθε προσπάθεια είναι καταδικασμένη, ένας είναι ο τρόπος σωστής συμπεριφοράς: μια αξιοπρεπής αντιμετώπιση του τέλους, μια απεγνωσμένη έστω αξιοπρέπεια.
Μπορούμε ακόμα να δούμε συγκριτικά δυο ποιήματα διδακτικά του Καβάφη. Από τη μια έχουμε τις “Θερμοπύλες” όπου το άτομο αντιμετωπίζει άμεσα τις ευθύνες του, αυτό που πρέπει να κάνει∙ και επιλέγει την σωστή ηθική στάση, έστω κι αν ξέρει ότι δεν θα πετύχει τίποτα, πως είναι μάταιο να κάνει το καθήκον του. Αντίθετα στη “Σατραπεία” το άτομο επιλέγει μια συμπεριφορά, ένα τρόπο ζωής εντελώς αντίθετο με τον πραγματικό του εαυτό, με το τί πράγματι νοιώθει και πιστεύει. Ενώ είναι πλασμένος “για τα ωραία και τα μεγάλα” , τελικά ενδίδει και παίρνει ένα αντίθετο δρόμο. Κι αυτό βέβαια είναι συμφορά για το άτομο.
2. Ο Καβάφης και η Ιστορία
Ο ίδιος ο Καβάφης υποδιαιρούσε την ποίησή του ως πρός τα θέματα σε τρεις περιοχές τη φιλοσοφική, την ιστορική,και την ηδονική (αισθησιακή).
Η ιστορική περιοχή κάποτε προσεγγίζει τόσο την ηδονική που είναι δύσκολο να κατατάξει κανείς ορισμένα ποιήματα τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τη φιλοσοφική.
Η στροφή του Καβάφη στο παρελθόν μπορεί να αποδοθεί σε διάφορους λόγους όπως:
α. Πρώτα-πρώτα είχει μια σύμφυτη αγάπη για την ιστορία. Ο ίδιος έλεγε: “εγώ είμαι ποιητής ιστορικός”. Εξ άλλου στα δεκατέσσερα του χρόνια, όπως αναφέρει Σεφέρης, είχε αρχίσει τη συγγραφή ενός ιστορικού λεξικού. Ο Καβάφης είχε μελετήσει και γνώριζε πολύ καλά την ιστορία. Διάβασε όχι μόνο συγχρόνους του ιστορικούς αλλά και τις ίδιες τις ιστορικές πηγές, τους αρχαίους ιστορικούς. Ειδικεύθηκε στην ιστορία του μετακλασικού ελληνισμού, την Ελληνιστική εποχή, την Ελληνορωμαϊκή και τη Βυζαντινή. Ιδιαίτερα στην Ελληνιστική και την Ελληνορωμαϊκή εποχή ο Καβάφης εκινείτο άνετα. ΄Οπως έλεγε ο ίδιος στις εποχές αυτές αισθανόταν ελεύθερος. Σαν να ζούσε σε δική του εποχή.
β. Η ιστορία ήταν για τον Καβάφη μια φυγή από το παρόν, ένα παρόν είχε λόγους να μην τον εμπνέει, να μην του είναι ιδιαίτερα αγαπητό.
γ. Ο Καβάφης είχε ανάγκη από σύμβολα, πρόσωπα και γεγονότα και μύθους, για να εκφράσει τις εσωτερικές σκέψεις του. Γι΄ αυτό καταφεύγει στην ιστορία και τη μυθολογία για να βρεί τα σύμβολά του. Και βρίσκει εκεί σύμβολα που είναι γνωστά, είναι οικεία στο αναγνωστικό του κοινό που γνωρίζει την κλασική κληρονομιά.
δ. Τα πρόσωπα (ιστορικά και μυθολογικά) που χρησιμοποιεί ο Καβάφης, είτε γνωστά και επώνυμα, είτε άγνωστα και ασήμαντα, έχουν πάντοτε μια παγκοσμιότητα στο χαρακτήρα τους. Η ζωή που κάνουν ή η κατάσταση στην οποία βρίσκονται έχουν την καθαρότητα του συμβόλου και συγχρόνως τον ρεαλισμό και την αμεσότητα και τη ζωντάνια ενός αληθινού ατόμου. ΄Εχουν παγκοσμιότητα και διαχρονικότητα χωρίς να παύουν να είναι συγκεκριμένα και υπαρκτά, έτσι που να γίνονται αιώνιοι ανθρώπινοι τύποι. Ο επώνυμος Αντώνιος που τα σχέδια της ζωής του βγήκαν όλα πλάνες, ο ανώνυμος νέος στο “Ας φρόντιζαν” ο οποίος “ανέστιος και πένης” ζητά ένα πολιτικό άντρα ή ένα κόμμα για να ενταχθεί, είναι τέτοια σύμβολα.
ε. Γενικά ο Καβάφης χρησιμοποιεί το παρελθόν για να ερμηνεύσει το παρόν. Γιατί, όπως είπε κι ο Θουκυδίδης, τα γεγονότα κι οι καταστάσεις είναι οι ίδιες και θα παραμείνουν έτσι, έφ΄ όσον η ανθρώπινη φύση είναι η ίδια. ΄Ετσι βλέπουμε αιώνια ανθρώπινα προβλήματα, που συμβαίνουν ξανά και ξανά. Τέτοια είναι:
1. Στους “Τρώες”: ο άνθρωπος που γνωρίζει πως είναι αποφασιμένη η αποτυχα και η καταστροφή, κι όμως εξακολουθεί να αγωνίζεται.
2. Η μοίρα του Αντώνιου, στο “Απολείπεν ο θεός Αντώνιον” μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε που απόλαυσε τη δόξα και την ηδονή.
3. Η προειδοποίηση στον Καίσσαρα στο ποίημα “Ειδοί του Μαρτίου”, ισχύει για οποιονδήποτε δημόσιον άνδρα που βρίσκεται στην εξουσία και νοιώθει παντοδύναμος.
4. Ο Δαρείος στο ομώνυμο ποίημα γίνεται το αιώνιο σύμβολο όσων μεθούν από την εξουσία και γίνονται υβριστές, “υπεροψίαν και μέθην είχεν ο Δαρείος”
Οι αγαπημένες ιστορικές περίοδοι του Καβάφη είναι η Ελληνιστική και η Ελληνορωμαϊκή. Είναι ως γνωστό εποχές με σύγχυση ιδεών, με παράξενους χαρακτήρες, με μια παρακμή και φθορά. Τα μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού της διασποράς, η Αντιόχεια και η Αλεξάνδρεια, είναι ο χώρος μεσα στον οποίο ο κλασικός Ελληνισμός και η αρχαία θρησκεία έρχονται σε επαφή και αλληλεπίδραση με ανατολίτικες αξίες και θρησκείες. Υπάρχει μια σύγχυση σχετικά με την εθνότητα (την εθνική ταυτότητα,)* , τη θρησκεία, την πολιτική. Και οι τρεις θεσμοί περνούν μια βαθειά κρίση και δημιουργούνται παράδοξα φαινόμενα και παράδοξες, αμφιλεγόμενες προσωπικότητες. Αυτές οι καταστάσεις κι αυτές οι προσωπικότητες δίνουν στον Καβάφη σύμβολα και καταστάσεις που έχουν και μια δραματικότητα. Κι ο Καβάφης βλέπει πόσο δραματικά κινείται η ιστορία και ο κόσμος.
Η ακμή και η παρακμή, η άνοδος και η πτώση, η άνθιση και η φθορά, και των ατόμων και των λαών, είναι το βασικό χαρακτηριστικό των ιστορικών γεγονότων. Για παράδειγμα στη ακμή και το μεγαλείο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καραδοκούν οι βάρβαροι, που όπου νάναι θα έλθουν για να καταλύσουν ό τι η Ρώμη δημιούργησε (“Οι Βάρβαροι”)
΄Ενα άλλο χρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο ο Καβάφης βλέπει την ιστορία, είναι η κεντρική θέση που δίνει στο άτομο, στις προσωπικότητες μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, στην ιστορική εξέλιξη. Το άτομο δεν χάνεται μέσα στην ιστορική εξέλιξη. Είναι ο φορέας των γεγονότων, είναι ο δημιουργός της ιστορίας. Η τόσο δραματικές έννοιες της ιστορικής και κοινωνικής αλλαγής, της ακμής και παρακμής, της άνθισης και της φθοράς, ενσωματώνονται μέσα στα άτομα. Το άτομο βρίκεται πίσω από κάθε τέτοια ιστορική και κοινωνική αλλαγή.
3. Απαισιοδοξία
Ανάμεσα στα φιλοσοφικά κυρίως ποιήματα του ( αλλά και στα άλλα) υπάρχουν εκείνα που τα διαπνέει μια λύπη, ένα αίσθημα ανημποριάς, μια απαισιοδοξία και οι μάταιες προσπάθειες των ανθρώπων να αποτρέψουν την μοραία καταστροφή ή να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων και τη ζωή τους. ΄Ετσι βλέπουμε τον ποιητή με θλίψη να διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει διέξοδος , “ κάθε προσπάθειά μου μια καταδίκη είναι γραφτή” (“Η Πόλις”). Αλλού νιώθουμε πως η ζωή μας φεύγει και με θλίψη γυρίζουμε και βλέπουμε τα χρόνια που πέρασαν σαν “μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων” ((Τα Κεριά) . ΄Η ξαφνικά διαπιστώνουμε πως μια αποτυχία και μια πλάνη ηταν η ζωή μας, “τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες” (“Απολείπεν ο Θεός Αντώνιον”). Αλού πάλιν ξαφνικά διαπιστώνουμε πως μας έχουν κλείσει εξω από τον κόσμο και τη ζωή χωρίς να το αντιληφθούμε, ”ανεπαισθήτως με έκλεισαν από τον κόσμον έξω “ (“Τα Τείχη”), ή το τελος , η καταστροφή είναι αναπόφευκτη, μοραία “ η πτώση μας είναι βεβαία” (“Τρώες”) και παρά τον αγώνα μας “οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε” (¨Θερμοπύλες”)
Η απαισιοδοξία, ο “πεσσιμισμός” στην ποίηση του Καβάφη απασχόλησε πολλούς μελετητές, από μερικούς μάλιστα έχει υπερτονισθεί. ΄Ομως ο πεσσιμισμός του δεν είναι μόνιμη και σταθερή ιδεολογία του, όπως συμβαίνει σε άλλους απισιόδοξους ποιητές. Είναι κυρίως καταστάσεις που είναι αληθινές όχι μόνο των ξεχωριστών, των προικισμένων ανθρώπων, αλλά και των κοινών θνητών. Είναι σκέψεις και συναισθήματα που όλοι μας κάποτε, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο νιώσαμε στη ζωή μας: Αναμνήσεις προσώπων που χάθηκαν ή λείπουν, νοσταλγία στιγμών της ζωής μας που πέρασαν, αγωνία για προβλήματα και φόβος πως δεν υπαρχει λύση ή πως κι αν βρεθεί μια λύση ίσως αυτή θα είναι μια νέα τυραννία (“Τα παράθυρα”). Η εφιαλτική επιστροφή και επανάληψη των ίδιων πραγμάτων και καταστάσεων (“Μονοτονία”). ΄Ομως η ευαισθησία του ποιητή και η ιδιατερότητα του χαρακτήρα του και της ζωής του , κάνει αυτά τα κοινά συναισθήματα πιο τραγικά, τα τονίζει περισσότερο κι αφήνουν μια μόνιμη πικρία, μελαγχολία, θλίψη.
΄Ομως ο κόσμος για τον Καβάφη δεν είναι μια αξημέρωτη νύχτα, όπου καμιά ελπίδα σωτηρίας δεν υπάρχει. Υπάρχουν κάποιες αμυδρές ακτίνες ελπίδας. Υπάρχουν ακόμα τα αναμμένα κεριά μπροστά μας, που είναι “χρυσά, ζεστά και ζωηρά ακόμα....” ΄Η κι αν ακόμα δεν πραγματοποιηθεί ένα όνειρό μας, αν δεν φτάσουμε στην Ιθάκη, υπάρχει η απόλαυση του δρόμου, της πορείας.
΄Ενα άλλο χαρακτηριστικό της απαισιοδοξίας του Καβάφη (και αυτό τον κάνει να ξεχωρίζει από άλλους ποιητές του είδους, είναι ότι δεν οδηγεί στην παθητική, τήν ανευ όρων παράδοσή μας στη μοίρα, την αναχώρησή μας από τη ζωή και τον αγώνα. Δεν κυριαρχεί η ηττοπάθεια ή “ντεφαιτισμός” . Κι ακόμα δεν καλεί σε έναν ατέλειωτο θρήνο, όπως οι δακρύβρεκτοι ρομαντικοί ποιητές του τέλους του 19ου αιώνα.
Ο άνθρωπος πρέπει να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του, να δεχθεί το μοιραίο χωρίς θρήνους “ μή ανωφέλετα θρηνήσεις”. Να αντιμετωπίσει έτοιμος και με θάρρος την πραγματικότητα. Με συγκίνηση, ναι, όχι όμως “με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα”. Κι ακόμα να βρεί κάποια απόλαυση σ΄αυτό το μοιραίο τέλος “ως τελευταίαν απόλαυση τους ήχους” (“Απολείπειν ο θεός Αντώνιον”). Ακόμα και στην πιο μεγάλη αποτυχία και ματαιότητα αξίζει να βάλουμε στο τραπέζι πολλά τριαντάφυλλα και να διατάξουμε φωταψία (“Η Μάχη της Μαγνησίας”). ΄Η να γοητευτούμε από το ωραίο θέαμα έστω κι αν ξέρουμε “τί κούφια λόγια ήσανε αυτές οι βασιλείες...” (“Αλεξανδρινοί βασιλείς”). Αλλού αυτή η αξιοπρεπής αντιμετώπιση του μοιραίου δεν παραλύει τον άνθρωπο που πιστεύει ότι αξίζει να αντισταθεί κι είναι τιμή του να πολεμήσει έστω κι αν γνωρίζει την ματαιότητα του αγώνα και το μοιραίο το τέλος, έστω κι αν “οι Μήδοι επί τέλος θα περάσουν” (“Θερμοπύλες” ). Εκείνο που πράγματι αξίζει είναι ο αγώνας (“Θερμοπύλες”) ή η πορεία (“Ιθάκη”) παρά το τελικό αποτέλεσμα.
Γενικά η απαισιοδοξία του Καβάφη, ακόμα και αν δεν υπάρχει ελπίδα, κι αν ούτε αυτή την απόλαυση επιτρέπουν τα γεγονότα, αποπνέει μια αξιοπρεπή αντιμετώπιση, οδηγεί σε μια αξιοπρεπεή μελαγχολία και θλίψη, που, όσο κι αν είναι παράξενο, είναι η αυτή ίδια η απισιοδοξία μια απόλαυση ή ακόμα μια ηδονή. Ο Καβάφης στην απαισιδοξία του μένει τελικά “ιδεώδης εν τη λύπη του”, όπως ο Καισαρίων του.
4. Καβάφης και ηδονισμός
Τα πρώτα χρόνια της ζωής του πολύ βασανίστηκε ο Καβάφης με το γενετίσιο ένστικτο. Ιδαίτερα μια αγωνία να κρύψει ή να μην αφήσει να φανεί η ιδιατερότητά του σ΄αυτό το θέμα. Κι όταν τελικά, και ευτυχώς για τον ίδιο και για την ποίηση, ελευθερώθηκε, εξυμνεί πληθωρικά τις περιπέτειες των αισθήσεων και η ηδονή αποτελεί ένα βασικό τομέα της ποίησής του. ΄Αλλωστε κι ο ίδιος κατέτασσε τα ποιήματά του σε φιλοσοφικά, ιστορικά και ηδονικά.
Αυτή η απελευθέρωσή του έγινε το 1912 κι από τότε όλη η ποιητική του δημιουργία πήρε νέα πνοή, ένα γοργότερο ρυθμό, αφού από τότε δημοσίευσε πάνω από 120 ποιήματα, ενώ για την προηγούμενη και μακρύτερη περίοδο της ζωής του γνωρίζουμε τα μισά περίπου αυτού του αριθμού. Κι ακόμα η παραγωγή του αυτή χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη ωριμότητα, συναισθηματική, πνευματική, αισθητική. Δεν αποδίδεται βέβαια αυτή η βελτιωμένη παραγωγή μόνο στον ηδονισμό και στην συναισθηματική και ιδεολογική απελευθέρωση του Καβάφη, αλλά οπωσδήποτε η συμβολή της είναι μεγάλη.
Η ηδονή λοιπόν γίνεται μόνιμη και κύρια πηγή εμπνεύσεως για τον Καβάφη. Ηδονή πνευματική και σωματική. Κι αυτή η ηδονή δεν είναι αλπώς μια στιγμιαία απόλαυση. Ο Καβάφης στα ηδονικά του ποιήματα δεν αρκείται μόνο να τραγουδά τη συγκεκριμένη στιγμή. Αλλά φέρνει συχνά ξανά στη μνήμη του και αναπολεί τις ηδονές που απόλαυσε, τις επαναφέρει και τις ζει με το νού του , όπως στο “Επέστρεφε”. Κάποτε μάλιστα οι ηδονικές στιγμές ήταν τόσο έντονες, τόσο δυνατές, που κρατάνε χρόνια (“Να μείνει”) , ή η ανάμνησή τους, καμιά φορά είναι τόσο δυνατή, που ακόμα και χρόνια μετά ζει με την ίδια ένταση τις στιγμές εκείνες, “ έπειτα από τόσα χρόνια”, όπως λέει σε ένα ποίημά του, “μεσ’ το μονήρες σπίτι μου μεθώ ξανά....” (“Μια νύχτα”)
Ακόμα θυμάται και χαίρεται και κάποιες ηδονές που δεν απόλαυσε, που “κάποιο τυχαίο εμπόδιο τις ματαίωσε” , (“Θυμήσου σώμα” )
Ο Καβάφης συχνά ταυτίζει την καλλιτεχνική του υπόσταση, την ποιητική του πρωτοτυπία, στον ηδονισμό του κι ακόμα πιο συγκεκριμένα στη σεξουαλική ιδιοτυπία του. Χωρίς αυτά η ποίηση του δεν θα ήταν αυτή που ήταν. “Μέσα στον έκλυτο της νεότητός του βίο”, λέει σε ένα ποίημά του, “σχεδιαζόταν της τέχνης του η περιοχή”. Και στο ποίημά του “Η αρχή των” , μας λέει ξεκάθαρα και θαρραλέα ότι από εκείνες τις απολαύσεις που τότε τις έκρυβε, “κέρδισε του τεχνίτου ζωή”. Οι μεταγενέστεροι δυνατοί του στίχοι είχαν την αρχή των εδώ, στις ηδονικές εμπειρίες της νεότητός του.
Σε δέκα περίπου από τα ηδονικά του ποιήματα ιστορεί διάφορους ανθρώπινους τύπους που συνάντησε κατά τις ερωτικές του περιπέτειες, στις ταβέρνες, στα καφενεία, στις παρόδους. Είναι κάποιοι περιθωρειακοί νέοι, άβουλοι που έλειωναν από την ακολασία, την αρρώστια, το ξενύχτι. ΄Ομως ο Καβάφης, παρόλο που βλέπει την αθλιότητά τους, βλέπει απάνω τους την ομορφιά που είχαν τα πρόσωπά και τα σώματά τους. Κι ιδιαίτερα τον συγκινεί το γαιτί δίνονται ολόψυχα και ασυλόγιστα στις ορμές και τα πάθη τους. Στο ποίημά του “ Μέρες του 1896" ακριβώς τονίζει ότι κι αν η ζωή που κάνει ο νέος τον κατάντησαν ένα απόκληρο, εκείνο που έχει σημασία, εκείνο που τον κάνει να “φαντάζει συμπαθή” είναι η ομορφιά του κορμιού του, “της καθαρής σαρκός του η καθαρή ηδονή”.
Το ηδονικό στοιχείο υπάρχει και σε πολλά από τα λεγόμενα ιστορικά ποιήματα του Καβάφη. Αλλού είναι πιο έντονο ή ακόμα αποτελεί και το κύριο θέμα του ποιήματος, όπως στο ποίημά του “Κίμων Λεάρχου”. ΄Αλλοτε είναι αμυδρό, όμως νιώθουμε να διαπερνά το ποίημα ένα ηδονικό ή ερωτικό αίσθημα, όπως στο ποίημα του “Μύρης”, “Καισσαρίων” και άλλα.
Αξίζει να αναφερθεί ό,τι αυτός ο ερωτισμός ή ο ηδονισμός του Καβάφη δεν είναι ένα μεμονωμένο, ατομικό φαινόμενο. Στην εποχή της ωριμότητας του Καβάφη υπάρχει μια γενική έρευνα και μελέτη, επιστημονική και πνευματική, καλλιτεχνική, των θεμάτων γύρω από το φύλο, τον σεξουαλισμό και τη δύναμή του στην ανθρώπινη δημιουργία και το ρόλο στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο Καβάφης, λοιπόν, διερμηνεύει με ένα θαυμάσιο τρόπο, και τις περισσότερες φορές αισθητικά τέλειο, αυτό το φαινόμενο. Γι’ αυτό κι έγινε ευρύτατα αποδεκτή η ηδονική ποίησή του σε όλο τον κόσμο.
5 Καβάφης, ένας ποιητής της παρακμής.
Ο χαρακτηρισμός του Καβάφη ως ποιητή της παρακμής, δεν αναφέρεται βέβαια στην εποχή που έζησε ο Καβάφης, στην Αλεξάνδρεια του μεσομολέμου, παρόλο που ο Στρατής Τσίρκας στο βιβλίο του “Ο Καβάφης και η εποχή του” υποστηρίζει πως ήταν μια περίοδος παρακμής και φθοράς. Ούτε πάλι αναφέρεται στον Καβάφη ως εκπρόσωπο αυτής της εποχής και αυτής της παρακμής. Με αυτόν το όρο οι μελετητές του Καβάφη και οι κριτικοί εννούν:
1. Την ιστορική περίοδο που ενέπνευσε τον Καβάφη, την εποχή από όπου άντλησε τους ήρωές του.
2. Συχνά ο Καβάφης έχει θέμα του ανθρώπους που φθίνουν, βρίσκονται σε μια κατάσταση ψυχικής αλλά και σωματικής παρακμής.
Και πρώτα οι ιστορικές εποχές στις οποίες καταφεύγει ο Καβάφης για να αντλήσει θέματα και πρόσωπα, να ανζητήσει σύμβολα για να διατυπώσει τις ιδέες του, ήταν πράγματι από πολλές απόψεις περίοδοι παρακμής.
ΟΙ αγαπημένες ιστορικές περίοδοι του Καβάφη είναι η Ελληνιστική και η Ελληνορωμαϊκή. Είναι ως γνωστό εποχές με σύγχυση ιδεών, με παράξενους χαρακτήρες, με μια παρακμή και φθορά. Τα μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού της διασποράς, η Αντιόχεια και η Αλεξάνδρεια, είναι ο χώροι μέσα στους οποίους ο κλασικός Ελληνισμός και η αρχαία θρησκεία έρχονται σε επαφή και αλληλεπίδραση με ανατολίτικες αξίες και θρησκείες. Υπάρχει μια σύγχυση σχετικά με την εθνότητα, τη θρησκεία, την πολιτική. Και οι τρεις θεσμοί περνούν μια βαθειά κρίση και δημιουργούνται παράδοξα φαινόμενα και ζουν παράδοξες, αμφιλεγόμενες προσωπικότητες. Ειδικά στην ταραγμένη εποχή των Λαγιδών, όπως επισημαίνει η Μαργκερίτ Γιουρσινάρ, οι βασιλείς και ο λαός ζουν σύμφωνα με ένα ιδανικό που φθίνει,όπου ο ποιητής βρίσκει το οικείο πλαίσιο για την έκφραση των αισθημάτων του. Αυτές οι καταστάσεις κι αυτές οι προσωπικότητες δίνουν στον Καβάφη σύμβολα και καταστάσεις που έχουν και μια δραματικότητα. Κι ο καβάφης βλέπει πόσο δραματικά κινείται η ιστορία και ο κόσμος.
Η ακμή και η παρακμή, η άνοδος και η πτώση, η άνθιση και η φθορά, και των ατόμων και των λαών, είναι το βασικό χαρακτηριστικό των ιστορικών γεγονότων. Για παράδειγμα στη ακμή και το μεγαλείο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καραδοκούν οι βάρβαροι, που όπου νάναι θα έλθουν για να καταλύσουν ό τι η Ρώμη δημιούργησε.
Τόσο στα ιστορικά του ποιήματα, όσο και στα ποιήματά του με ήρωές σύγχρονούς του ανθρώπους, ιδιαίτερα στα λεγόμενα ηδονικά του ποιήματα, έχουμε πρόσωπα σε μια παρακμή, κατάπτωση, σε μια ψυχική αλλά και σωματική αποσύνθεση. Ας θυμηθούμε τον Αντώνιο, στο ποιήμά του “Απολίπειν ο θεός Αντώνιον” που φτάνει στην πλήρη αποτυχία και κατάρρευση. Ας θυμηθούμε την κούραση του Βυζαντινού αυτοκράτορα, που δεν έχει πια τη δύναμη να ζήσει και “πόση “εξάντλησι” , “πόσην απηύδησιν” νοιώθει (“Θεόφιλος Παλαιολόγος”).
Τα γηρατειά, η φυσική παρακμή του ανθρώπινου οργανισμού, αποτελεί ένα άλλο κύκλο ποιημάτων του Καβάφη, που του έδωσαν το χαρακτηρισμό του ποιητή της παρακμής.
Μια τέτοια ζωντανή εικόνα της σωματικής παρακμής έχουμε στο ποίημά τους “Πολύ σπανίως”. Εκεί λέει για ένα γέροντα, που είναι “εξαντλημένος και κυρτός, σκατεμένος απ΄ τα χρόνια”. Στο ποίημά του “Απ΄ τις ενιά” αναπολεί τα νειάτα του. Έρχεται στο νού του το είδωλον του νέου σώματός του, σκέφτεται τα λυπητερά που ακολούθησαν. Και καταλήγει με τη θλιβερή φράση “πώς πέρασαν τα χρόνια”, ο χρόνος που έφερε τη φθορά και την παρακμή. Πόσο γρήγορα έρχεται αυτή φθορά κι η παρακμή φαίνεται στο ποίημά του “Τα κεριά”. Με πόση θλίψη ο ποιητής διαπιστώνει πως θα φθαρμένα και σβηστά κεριά πληθαίνουν. Δεν δίνουν πια φως, είναι μια θλιβερή γραμμή, κρύα, λυωμένα και κυρτά.
Στο ποίημά του “΄Ενας γέρος”, πάλι έχουμε αυτή την εικόνα της φθοράς, των “άθλιων γηρατειών την καταφρόνια”. Η σωματική και ψυχική εξάντλησή του τον κουράζει, ζαλίζεται κι αποκοιμιέται.
Σύμφωνα με κάποιους μελετητές του, ο Καβάφης μοιάζει να φέρνει μέσα του κι ο ίδιος την κούραση και την παρακμή των εποχών που καταφεύγει. Ο Καζαντζάκης, γράφοντας για μια επίσκεψή του στο σπίτι του Καβάφη, λέει πως έβλεπε σε κάποιες στιγμές τον Καβάφη “όλο παρακμή και κούραση”.

* Χαρακτριστικό ποίημα αυτής της αναζήτησης εθνικής ταυτότητας είναι το ποίημά του «Ας φρόντιζαν» όπου χαρακτηριστικά γράφει:

Ας την παραδεχθούμε την αλήθεια πια∙
είμεθα Έλληνες κι εμείς – τί άλλο είμεθα;-
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Ασίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον ελληνισμό.

 

 

Θουκυδίδης, ο σύγχρονός μας.

Έκανε μνεία του Θουκυδίδη ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Κύπρο, αναφερόμενος στις γνωστές τρομοκρατικές πράξεις της περασμένης εβδομάδας. Ο κ. Πρέσβης ανάφερε αποσπάσματα από τον Επιτάφιο του Περικλέους, και παραλλήλισε τον τρόπο ζωής και σκέψεως των αρχαίων Αθηναίων με τον τρόπο ζωής και σκέψεως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επαινούμε τον κ. Πρέσβη για τη γνώση που έχει του Θουκυδίδη και την αναφορά σε αυτόν. Μακάρι κι οι δικοί μας πολιτικοί και κομματικοί ηγέτες, αλλά και οι πολιτικοί αναλυτές, να μελετούσαν το μέγιστον πολιτικό μάθημα, που λέγεται Θουκυδίδης.
Όμως κι ένα διεθνές πρακτορείο ειδήσεων, διεθνές και όχι Ελληνικό, θυμήθηκε αυτές τις μέρες το Θουκυδίδη, και συγκεκριμένα τον τρόπο που αντέδρασε η παντοδύναμη τότε Αθήνα σε μια επανάσταση ή αποστασία της συμμάχου της Μυτιλήνης.
Όταν λοιπόν το 428 π.Χρ. οι παντοδύναμοι Αθηναίοι, η πρώτη τότε δύναμη, κατέστειλαν την επανάσταση, συνεδρίασε η Εκκλησία του Δήμου και με εισήγηση του δημαγωγού Κλέωνα πήρε τη φοβερή απόφαση να εκτελέσουν όλους ανεξαιρέτως τους ενήλικες άνδρες της πόλης, χωρίς να εξετάσουν ποιοι πήραν μέρος στην επανάσταση και ποιοι όχι, ποιοι ήταν ένοχοι και ποιοι αθώοι.
Αμέσως μετά από αυτή την απόφαση οι Αθηναίοι μετάνιωσαν για την οργισμένη και σκληρή απόφασή τους. Συνεκλήθη νέα συνέλευση της Εκκλησίας του Δήμου, και ενώ πάλιν ο Κλέων επέμενε στην εισήγησή του, ένας άλλος δημαγωγός, ο Διόδοτος, άσημος αυτός, μίλησε και έπεισε τους Αθηναίους ότι ήταν λανθασμένη η απόφασή τους. Προσέξετε: λανθασμένη, όχι δίκαιη ή άδικη, σκληρή ή απάνθρωπη, γατί στην πολιτική κριτήριο είναι το ωφέλιμο, το συμφέρον, και όχι το δίκαιο ή άδικο μιας πράξης. Και τόνισε πως η οργή και το συναίσθημα, η επιθυμία για τιμωρία και εκδίκηση, δεν πρέπει να καθοδηγούν ένα κράτος στις πολιτικές αποφάσεις, αλλά η ψυχραιμία και η σύνεση. Και κατέληξε ο Διόδοτος: «Χωρίς να παρασυρθείτε ούτε από οίκτο, ούτε από επιείκεια, να δικάσετε με ψυχραιμία τους ενόχους, και να αφήσετε τους αθώους να κατοικούνε ήσυχοι στη χώρα τους. Αυτό θα είναι προς το μελλοντικό συμφέρον σας και θα φοβίσει πράγματι τους εχθρούς σας. Γιατί αυτός που κρίνει και αποφασίζει σωστά, είναι πιο φοβερός για τους εχθρούς του (ή σκορπίζει περισσότερο φόβο στους αντιπάλους του), παρά αν βιαστεί και χωρίς σωφροσύνη προσπαθήσει να επιβληθεί με την υλική δύναμή του»
Ακούστε το και στα αρχαία: όστις ευ βουλεύεται προς τους εναντίους, κρείσσων εστίν ή μετ΄ έργων ισχύος ανοία επιών…»
Λες και τα έγραψε για σήμερα ο πάντα επίκαιρος, ο σύγχρονός μας Θουκυδίδης. Μακάρι να σκεφτεί έτσι και η δικαιολογημένα οργισμένη μεγάλη δύναμη. Και να διεκδικήσει το δίκαιό της και να επιβάλει την τιμωρία, βουλευομένη ευ, με σωφροσύνη και ψυχραιμία, και όχι μόνο μετ΄ έργων ισχύος, με την τυφλή υλική δύναμη.

Δημοσιεύτηκε στον Φιλελευθερο τον Σεπτέμβριο του 2001 με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση στους δίδυμους πύργους

Η λυτρωτική φυγή

Άρχισε ήδη κι όσο πάει εντείνεται το κύμα εξόδου από τις πόλεις και από την Κύπρο. Άλλος πιο κοντά, άλλος πιο μακριά, θα αφήσει πίσω του προσωρινά αυτό στο οποίο όλο το χρόνο είναι δεμένος και θα δραπετεύσει, όπως τον φυλακισμένο ή τον αιχμάλωτο, που μόνη του έγνοια είναι πώς θα βγει από τη φυλακή του, πώς θα φύγει από την αιχμαλωσία του. Έτσι, έμμεσα, παραδεχόμαστε πως φτιάξαμε μια φυλακή, ένα στρατόπεδο αιχμαλωσίας, μέσα στο οποίο ζούμε όλο το χρόνο. Και μόνη μας παρηγοριά είναι η δραπέτευση του καλοκαιριού. Όμως κάποτε οι διακοπές ήταν μια φυγή. Κάποτε, πριν όχι πολλά χρόνια, όταν έμπαινες στο καράβι για ένα ταξίδι στο εξωτερικό ή στο αυτοκίνητο, σπάνια το δικό σου, το πιο σύνηθες σε ένα λεωφορείο της γραμμής, για ένα εσωτερικό ταξίδι. Κι άφηνες πράγματι πίσω σου ό,τι σε κούραζε, ό,τι καλούπωνε τη ζωή σου σε μια σειρά από πράξεις και κινήσεις και λόγια, που μονότονα και κουραστικά επαναλαμβάνονταν. Και πήγαινες πράγματι σε ένα άλλο περιβάλλον, σε έναν άλλο κόσμο.
Όμως, σήμερα, η εξομοίωση και η ισοπέδωση των τρόπων ζωής έκαναν τον ένα τόπο να μοιάζει μονότονα με τον άλλο, κι από την άλλη η νέα τεχνολογία, έκανε ώστε να μας ακολουθούν παντού όλα εκείνα που θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας φεύγοντας. Στα περισσότερα μέρη που πηγαίνουν οι πιο πολλοί για να ξεφύγουν, θα συναντήσουν τα ίδια ξενοδοχεία, τις ίδιες πολύβουες παραλίες, την ίδια ηχορύπανση των μπαρ και των δισκοθηκών, τα ίδια διεθνή ‘φαστφουτάδια’ και αναψυκτικά και ποτά, τους ίδιους δρόμους, λίγο-πολύ τους ίδιους ανθρώπους. Κι ανοίγοντας την τηλεόραση το βράδυ θα δούνε τις ίδιες ειδήσεις, αλλά και τον τόπο τους, τον τόπο που άφησαν φεύγοντας. Και το τελευταίο βάσανο που εκουσίως φορτωθήκαμε και το κουβαλάμε μαζί μας: το κινητό τηλέφωνο. Το κουβαλάμε παντού και μαζί του κουβαλάμε και ό,τι θελήσαμε να αφήσουμε με τη φυγή μας.
Είμαστε παγιδευμένοι, αγαπητοί αναγνώστες, στον κόσμο που δημιουργήσαμε, κι είναι δύσκολο να φύγουμε από αυτόν. Όπου πάμε μας ακολουθεί, όπως η πόλη ακολουθούσε τον Καβάφη. Μόνη διέξοδος και έξοδος, είναι η εσωτερική φυγή, να φύγουμε μέσα μας. Κι αυτό δε θα μας το δώσουν ούτε τα πολυτελή ξενοδοχεία, ούτε τα κοσμικά κέντρα, ούτε τα κοσμοπολίτικα νησιά κι οι μεγάλες πρωτεύουσες. Αυτή τη φυγή, την ανανεωτική φυγή θα την πετύχουμε αν στραφούμε στον εαυτό μας, και μείνουμε για λίγες μέρες οι δυο μας, αν τον προσέξουμε και κουβεντιάσουμε, επί τέλους, μαζί του. Τότε θα δούμε πόσο αποξενωθήκαμε από τον εαυτό μας. Και πόσο η ζωή μας έχει γίνει ‘σαν μια ξένη φορτική’, για να θυμηθούμε πάλι τον Αλεξανδρινό. Και θα διαπιστώσουμε πόσο αυτή η επιστροφή στον εαυτό μας μάς λυτρώνει και μας ζωογονεί. Είναι μια λυτρωτική φυγή.

(Απο την τακτική του στήλη στον Φιλελεύθερο)

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Γιατί οι αρχαίοι

(Ομιλία στη γιορτή των γραμμάτων στη Μέσα Γειτονιά στις 31 Ιανουαρίου 2005)
Μέχρι πριν κάποια χρόνια, νομίζω ήταν μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη, ένα κράτος, ή καλύτερα ένα έθνος, να έχει ειδική μέρα για να γιορτάζονται τα γράμματα. Και μάλιστα αυτή η γιορτή ήταν μέρος και της κοινωνικής ζωής, αλλά και της θρησκευτικής. Του κράτους και της εκκλησίας. Βέβαια ήταν η εποχή που το κράτος και η εκκλησία δεν είχαν ακόμα διαχωριστεί, είτε οριστικά και κάθετα, είτε σε ένα μεγάλο βαθμό. Γι’ αυτό άλλωστε αυτά τα γράμματα χαρακτηρίζονταν ως Ελληνοχριστιανικά κι ο πολιτισμός που εκφράζανε ονομαζόταν ελληνοχριστιανικός. Δεν είναι της ώρας να αναλύσουμε τον όρο και την ορθότητά του και τη φιλοσοφία του, στην οποία πολλοί εύρισκαν ακόμα και αντιφάσεις, όμως ήταν μια επικρατούσα άποψη και πολλές δεκαετίες. Γι’ αυτό άλλωστε, σήμερα, γίνεται και αυτή η ειδική εκδήλωση, δηλαδή με την ευκαιρία μια θρησκευτικής, χριστιανικής γιορτής, να έχουμε μπροστά μας τα βιβλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και να μιλάμε για τους αρχαίους. Να μιλήσουμε λοιπόν με συντομία γι’ αυτούς τους αρχαίους.
Τα τελευταία χρόνια έρχονται και επανέρχονται τα ερωτήματα: Γιατί οι αρχαίοι; Γιατί να καταφεύγουμε σ’ αυτούς και να τους μελετούμε. Και ειδικότερα τα ερωτήματα γιατί να διδάσκονται στα σχολεία μας και πώς να διδάσκονται.
Το γιατί να διαβάζουμε και το γιατί να τους διδάσκουμε, έχει δύο σκέλη. Να τους διαβάζουμε και να τους διδάσκουμε στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση;
Ή να διδάσκονται οι αρχαίοι και ότι έγραψαν ή η γλώσσα τους, η γλώσσα στην οποίαν έγραψαν. Παρόλο που φαίνεται να είναι το ίδιο πράγμα, και κάποτε έτσι ήταν, είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Και δεν θα αναφερθούμε απόψε στη διδασκαλία και τη χρησιμότητα ή μη της αρχαίας γλώσσας, των αρχαίων Ελληνικών δηλαδή, αλλά των αρχαίων συγγραφέων, της αρχαίας γραμματείας και της αρχαίας σκέψης.
(Γίνεται πάλι, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση… λόγος τελευταία για την επαναφορά της διδασκαλίας των αρχαίων στα σχολεία σε περισσότερες ώρες. Το θέμα δεν είναι απλά η διδασκαλία τους και οι ώρες. Το πώς και από ποιους. Γιατί όπως διδάσκεται τώρα το μόνο που θα κατορθώσουμε είναι να τα μισήσουν περισσότεροι μαθητές και περισσότερο…. Όσο περισσότερες ώρες, αν δεν αλλάξουν οι τρόποι, τα βιβλία, οι διδάσκοντες, περισσότεροι θα τα μισήσουν… Ένα παράξενο φαινόμενο. Πολλοί που διδάχθηκαν αρχαία στο σχολείο, επανέρχονται σ΄ αυτά μετά από χρόνια. Και θέλουν να τα ξαναδιαβάσουν…Υπάρχουν πολλοί που θέλουν να ξαναδιαβάσουν τη φυσική του Γυμνασίου, ή τα φυσιογνωστικά με τον φασίολο;)
(Μια παρένθεση εδώ: όταν λέμε αρχαίους εννοούμε και τους Έλληνες συγγραφείς αλλά και τους Λατίνους, όλους αυτούς που ονομάζουμε κλασικούς συγγραφείς, και σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται και οι Έλληνες και οι Λατίνοι. Όμως εδώ απόψε μιλάμε περισσότερο αν όχι αποκλειστικά για τους Έλληνες κλασικούς).
Δεν νομίζω, λοιπόν πως υπάρχει κανείς σήμερα που να αμφισβητεί το ότι ενδείκνυται για πολλούς λόγους να διαβάζουμε τους αρχαίους από μετάφραση. Και να τους διδάσκουμε στα σχολεία μας με αυτό τον τρόπο. Η Ευρώπη και ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός που τόσο πολύ μπήκαν στη ζωή μας και στο καθημερινή μας κουβέντα τα τελευταία χρόνια, είναι θεμελιωμένα στην κλασική αρχαιότητα.
Κάποτε, αγαπητοί μου, εκεί στον 6ο και τον 5ο αιώνα προ Χριστού, στα παράλια της Μικράς Ασίας αρχικά, στην πολυφίλητη Ιωνία, κι αργότερα στην Αθήνα, έγινε μια πνευματική - πολιτιστική επανάσταση. Είναι η πιο συγκλονιστική, πιο βαθιά κι η πιο ριζοσπαστική επανάσταση όλων των εποχών. Και να ακόμα δεν δεχθούμε όλα όσα είπαν, κι ακόμα αμφισβητήσουμε τις θεωρίες και τις ιδέες τους, ένα δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανένας: ότι εκείνοι οι άνθρωποι, ο πρώτοι Έλληνες φιλόσοφοι, ποιητές, ιστορικοί, έθεσαν ερωτήματα που πρώτη φορά τολμούσε ο άνθρωπος να θέσει. Τι είμαι ο θεός, τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι η φύση, η δημιουργία, ή δικαιοσύνη, το άδικο, η αρετή, η πολιτική. Τι είναι ο πόλεμος, τι είναι η τέχνη, τι είναι η επιστήμη, τι είναι ο ανθρώπινος νους. Ερωτήματα στα οποία έδωσαν απαντήσεις με τη λογική τους, με τα ανθρώπινα μέτρα, εγκαταλείποντας για πρώτη φορά τη μακαριότητα της μυθολογικής και θρησκευτικής ερμηνείας.
Κι αν ακόμα κάποιες ή πολλές από τις απαντήσεις τους δεν ισχύουν σήμερα, όμως πολλά από τα ερωτήματα που έθεσαν, ακόμα απασχολούν ή βασανίζουν τον άνθρωπο. Κι από τότε κάθε γενιά και κάθε πολιτισμός δίνουν τη δική του απάντηση.
Όποτε ερχόταν μια νέα γενιά, κι έθετε από την αρχή τα ερωτήματα αυτά, άρχιζε από τους αρχαίους. Ακόμα και σήμερα, όταν για παράδειγμα ή επιστήμη προχωρούσε στην θεωρία του ατόμου και τη διάσπαση του, οι επιστήμονες του 20ου αιώνα πήγαν πολλούς αιώνες πριν και ξεκίνησαν από τον Έλληνα Δημόκριτο, που ήταν ο πρώτος που διερωτήθηκε και διατύπωσε τα βασικά στοιχεία της θεωρίας αυτής. Η απάντηση στα ερωτήματά του ήρθε αιώνες μετά, όμως ο πρωτοπόρος ήταν εκείνος.
Και στην πολιτική, σε όλες τις εποχές, με αρχή από την Ελληνιστική περίοδο και τη Ρώμη, τα μεγάλα ερωτήματα και οι πρώτες απαντήσεις, βρίσκονται στους αρχαίους, τους τραγικούς και τον Θουκυδίδη. Κάθε φορά που συνέβαινε ένα αιματηρός και άγριος πόλεμος, ανατρέχανε οι πολιτικοί και οι ιστορικοί, στον Ευριπίδη και τον Θουκυδίδη για να βρούνε τα πρώτα στοιχεία, τα πρώτα ερωτήματα και τις πρώτες απαντήσεις.
Και θα ακούσουν το Θουκυδίδη να λέει, πως η ιστορία του δεν έχει σκοπό να τέρψει, να ευχαριστήσει, σαν ένα πρόσκαιρο ανάγνωσμα (σαν ένα τηλεοπτικό σίριαλ να πούμε), αλλά έχει σκοπό να προβληματίσει, να διδάξει, όχι μόνο τους συγχρόνους του αλλά και τις γενιές που θα έρθουν. Ήταν λέει το έργο τους ένα κτήμα ες αεί. Κι όποιος θέλει, γράφει « όσοι δε βουλήσονται των τε γενομένων το σαφές σκοπείν και των μελλόντων ποτέ αυθις κατά το ανθρώπινον τοιούτων και παραπλησίων έσεσθαι, ωφέλιμα κρίνειν αυτά αρκούντων έξει» Αλλά όσοι θελήσουν να γνωρίσουν με καθαρότητα και πληρότητα όσα συνέβησαν, αλλά και τα οποία θα γίνουν όμοια ή παραπλήσια στο μέλλον εφ΄ όσον η ανθρώπινη φύση μένει η ίδια, αυτά που γράφω θα τα κρίνουν ως ωφέλημα» . Κι είχε δίκαιο.
Ακόμα και πρόσφατα, όταν μαινόταν ο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος εκεί στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, γνωστοί σύγχρονοι πολιτικοί αναλυτές, όχι φιλόλογοι ή δάσκαλοι, παρέπεμπαν μέσω παγκόσμια γνωστών εφημερίδων όπως οι Τάϊμς και η Μόντ, στον Θουκυδίδη και στα Κερκυραϊκά του, όπου πρώτη φορά ανέλυε τα συμβαίνοντα σε ένα εμφύλιο πόλεμο, όχι ως απλό ιστορικό γεγονός, αλλά κάμνοντας και μια τομή στην ανθρώπινη, πολιτική συμπεριφορά, και την απέδιδε όχι σε θεούς και δαίμονες, αλλά στην ανθρώπινη φύση, στον άνθρωπο. Και εφ΄ όσον αυτή η φύση, έγραφε μένει η ίδια, τα ίδια ή παρόμοια θα συμβαίνουν πάντοτε. Και δυστυχώς επαληθεύτηκε η πρόβλεψή του. Τα ίδια βλέπουμε να συμβαίνουν και σήμερα, αιώνες μετά.
Ερωτήματα λοιπόν, κυρίως έθεσαν οι αρχαίοι. Και πέρασαν αιώνες για να δοθεί μια απάντηση. Και στα περισσότερα δεν έχει ακόμα δοθεί ολοκληρωμένη κι από όλους αποδεχτή απάντηση. Ακόμα και σε απλά, όπως φαίνονται ερωτήματα, όπως τι είναι τέχνη, γιατί καταφεύγει στην τέχνη ο άνθρωπος και σε τι αποβλέπει η τέχνη.
Αν είναι μια ωφέλεια από την μελέτη των αρχαίων, που κανένας δεν αμφισβητεί είναι αυτή: να οδηγεί τον αναγνώστη να ερωτά, να αμφισβητεί. Κι η ερώτηση και αμφισβήτηση είναι το θεμέλιο της γνώσεις και του πολιτισμού. Αν η ανθρωπότητα προόδευσε, αν η επιστήμη κι η τέχνη πήγαν μπροστά, είναι γιατί υπήρξαν φωτεινά πνεύματα που τόλμησαν να αμφισβητήσουν και να ερωτήσουν. Και τέτοια φωτεινά πνεύματα ήσαν οι αρχαίοι συγγραφείς.
Μίλησα προηγουμένως για την Ευρώπη και τα θεμέλιά της στην κλασική αρχαιότητα. Κι αυτό είναι αλήθεια αναμφισβήτητη. Όταν η Ευρώπη ξυπνούσε από τον σκοτεινό Μεσαίωνα κι αναζητούσε στηρίγματα για να οικοδομήσει τη νέα κοινωνία που γεννιόταν, ανέτρεξε στους κλασικούς συγγραφείς. Και δημιουργήθηκε το κίνημα του διαφωτισμού και ανθρωπισμού. Τα ανθρωπιστικά γράμματα, όπως ονομάστηκαν οι αρχαίοι συγγραφείς, βγήκαν από τις βιβλιοθήκες των μοναστηριών κυρίως, όπου βρίσκονταν κι ήταν κτήμα των ολίγων, μιας ορισμένης τάξης και για ορισμένους σκοπούς, και έγιναν κτήμα των πολλών.
Από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν τα έργα της αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, άρχισαν ένα μακρύ ταξίδι που ακόμα συνεχίζεται. Άρχισαν μια ζωή που ακόμα υπάρχει και εξελίσσεται.
Ταξίδεψαν πρώτα εδώ στην περιοχή μας, στην ανατολική μεσόγειο. Μετά πήγαν στα βάθη της Ασίας με τον Μεγαλέξανδρο. Κι ύστερα στη Ρώμη, με τη Ρωμαϊκή κατάκτηση πόλεων και τόπων όπου εφυλάσσοντο τα αρχαία χειρόγραφα. Ένας τέτοιος τόπο ήταν βέβαια η Αθήνα αλλά και κέντρα του Ελληνισμού της περιφέρειας, όπως η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, με την περίφημη βιβλιοθήκη της. Και βρήκαν εκεί στη Ρώμη οι αρχαίοι Έλληνες φανατικούς αναγνώστες και μιμητές. Ο Όμηρος και η Σαπφώ, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, έγιναν ανάγνωσμα στα σχολεία, θέμα συζήτησης στις φιλοσοφικές σχολές, αντικείμενο μελέτης από φωτεινά πνεύματα όπως ο Βιργίλιος και ο Κικέρων. Τέτοια ήταν η επίδραση των αρχαίων Ελληνικών Γραμμάτων και της τέχνης, ώστε έκαμα τους Ρωμαίους να παραδεχθούν: Graecia capta, ferum victorem coepit et artes intulit agresti Latio…”.
Ήταν η πιο μεγάλη κι η πιο σημαντική πολιτιστική κατάκτηση του ελληνικού πνεύματος. Κι από αυτή την συνάντησή του με το Λατινικό πνεύμα, γεννήθηκε ο Ελληνορωμαϊκός πολιτισμός, που είναι εν πολλοίς μίμηση του αρχαίου Ελληνικού. Το Όμηρο έχει πρότυπό του και μιμείται, ο Βιργίλιος, τον Δημοσθένη ο Κικέρωνας, τον Ευριπίδη ο Σενέκας.
Με την άλωση της πόλης έχουμε τη μεγάλη φυγή των Ελλήνων λογίων που πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. Μαζί τους πήραν ακριβό φορτίο τους αρχαίους Έλληνες. Είναι αυτό το γεγονός που περιγράφει ο Κωστής Παλαμάς στον Δωδεκάλογο του Γύφτου:

«Τ’ είναι τα δεφτέρια που κρατάτε
τα περγαμηνά,
σεβαστά κοπάδια που τραβάτε
σα διωγμένα από κακοκαιριά;
Και σε τούτα τα βιβλία,
και στα μνήματα όλ’ αυτά,
ποιά διαμάντια, ποιά σοφία,
ποιοί νεκροί, ποιά κόκκαλα ιερά;»
Κάτι σάλεψε, κυμάτισαν τα πλήθη,
ξέσπασε φωνή και μου αποκρίθη:
«Είν’ εδώ κλειστοί μες στα κιβούρια,
μες στα τυλιγάδια είναι κρυμμένοι,
–για νεκρούς η πλάση ας μην τους κλαίει!–
ω οι πηγές οι αθόλωτες της Σκέψης,
οι ασυγνέφιαστοι της Τέχνης ουρανοί,
οι Αθάνατοι κι οι Ωραίοι.
Κι είναι της Αλήθειας οι διδάχοι,
της ακέριας Ομορφάδας οι πιστοί,
γέροι, απείραχτοι, όλο νέοι,
και ήλιοι που σου δίνονται να τους χαρείς
πάντα μες στο δρόσος κάποιου Απρίλη
οι Αθάνατοι κι οι Ωραίοι.
Από τους γιαλούς της Ιωνίας
κι από της Αθήνας τον αέρα
που όλα πνέματα τα κάνει καθώς πνέει,
κι από της Ελλάδας τ’ αγνά χώματα,
η Σοφία, ο Λόγος, ο Ρυθμός
οι Αθάνατοι κι οι Ωραίοι.
Κι είναι οι Πλάτωνες, και πίσω τους,
της Ιδέας ήρωες, οι φιλόσοφοι,
κι η Αρετή μ’ αυτούς «η λεβεντιά είμαι!» λέει
κι είναι οι 'Ομηροι, και πίσω τους
όλοι οι ψάλτες και των Όλυμπων οι πλάστες
οι Αθάνατοι κι οι Ωραίοι.
Τη στερνή πατρίδα τους την παρατάν
από φύσημα διωγμένοι ορμητικότατο, γύφτοι γίνονται κι Εβραίοι,
όμως πάντα, κι ερμοσπίτες, νικητές
και του κόσμου γίνονται πολίτες,
οι Αθάνατοι κι οι Ωραίοι!»
( Από τον Ε΄ Λόγο…)
Έτσι λοιπόν άρχισε, βοηθούσης και της ανακάλυψης της τυπογραφίας, μια πυρετώδης έκδοση των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Πρώτος και πρωτοπόρος ο Ιταλός Άλδος Μανούτιος εξέδωσε το 1495 (δύο χρόνια μετά την άλωση) τον πρώτον τόμο με έργα του Αριστοτέλη. Ήταν η αρχή για ακολουθήσουν και από τον ίδιο αλλά και από άλλους εκδότες στην Ιταλία στην αρχή και μετά στην υπόλοιπη Ευρώπη μια ατέλειωτη σειρά εκδόσεων. Τρεις αιώνες μετά τον Άλδο Μανούτιο, ο Αδαμάντιος Κοραής, εγκατεστημένος στο Παρίσι, πίστεψε πως απαραίτητη προϋπόθεση για να αναστηθεί ξανά ο υπόδουλος Ελληνισμός, ήταν η μελέτη των αρχαίων. Και εκδίδει την «Ελληνική βιβλιοθήκη» με 17 τόμους με έργα αρχαίων Ελλήνων. Πίστεψε ο Κοραής ότι έπρεπε αυτοί, τα έργα τους και οι ιδέες τους, να γίνουν κτήμα του λαού. Γι αυτό θα έπρεπε να γίνουν απλές εκδόσεις, με εισαγωγικά σημειώματα, με βοηθητικές σημειώσεις και ερμηνευτικά σχόλια, αλλά κυρίως με κατανοητές μεταφράσεις, που να βοηθούν, τον απλό άνθρωπο να κατανοήσει και ερμηνεύσει τα αρχαία κείμενα.
Κι αυτό μας φέρνει στην έκδοση του εκδοτικού οίκου Κάκτος: «Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Οι Έλληνες», που είναι και ο λόγος που μαζευτήκαμε απόψε εδώ.
Συνεχίζοντας λοιπόν μια μακρά παράδοση εκδόσεως αρχαίων συγγραφέων που αρχίζει με την Αναγέννηση, ο Οδυσσέας Χατζόπουλος άρχισε το 1991 την κυκλοφορία αυτής της μεγάλης σειράς. Κι έβαλε στόχο να εκδώσει όλα τα έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων σε 2500 τόμους, όπως υπολόγισε. Όταν άρχισε αυτή την έκδοση πολλοί τον είπαν τρελό. Κι ακόμα και σήμερα έτσι τον λένε, όπως διάβαζα τελευταίως σε ένα άρθρο σε Αθηναϊκή εφημερίδα που είχε τίτλο ένας τρελός εκδότης.
Και κατάφερε ο Χατζόπουλος σ’ αυτά τα 15 χρόνια να κάνει κτήμα του λαού, του απλού αναγνώστη, τα κτήματα ες αεί των αρχαίων. Και στη σειρά αυτή εκδόθηκαν όχι τα λίγα , τα γνωστά κείμενα που για δεκαετίες κυκλοφορούν στα σχολεία κυρίως και στα πανεπιστήμια. Αλλά εκδόθηκαν κείμενα που για πρώτη φορά είχαν προορισμό τον απλό αναγνώστη και που ήταν ακόμα άγνωστα και στους ειδικούς επιστήμονες. Για παράδειγμα εκδόθηκαν 45 τόμοι με έργα του Αριστοτέλη, του οποίου και για μας τους φιλόλογους ήταν γνωστά πέντε ή έξη. Εκδόθηκαν συγγραφείς, όχι μόνο μη ειδικοί, αλλά και φιλόλογοι πρώτη φορά άκουγαν ή πρώτη φορά τα έβλεπαν. Όπως ο Διόφαντος, ο Ευνάπιος, ο Χαρίτων. Αλλά και γνωστών συγγραφέων, κάποια έργα για πρώτη φορά κυκλοφορούσαν ευρέως, όπως το περίφημο κι άγνωστο και σε μας ΟΡΓΑΝΟΝ του Αριστοτέλους.
Έναν άθλο λοιπόν επετέλεσε ο τρελός εκδότης Οδυσσέας Χατζόπουλος. Κι αυτός ο άθλος είναι από σήμερα βατός στους δημότες της Μέσα Γειτονιάς, και όχι μόνο, γιατί εύχομαι και πιστεύω θα ανηφορίζουν κατά δω και δημότες άλλων δήμων, όπως του Δήμου Λεμεσού, που ματαίως σήμερα αναζητούν στη δημοτική βιβλιοθήκη της πόλεως τη σειρά του Κάκτου, εκτός από μερικούς τόπους. Και νομίζω πως ίσως θα είναι η μόνη δημοτική βιβλιοθήκη παγκυπρίως που θα έχει αυτή την πλήρη σειρά. Μπορείς να είσαι υπερήφανος φίλε και μαθητά Χρήστο Μέση.
Πιστεύω πως θα είναι πολλοί, αλλά έστω και λίγοι να είναι, οι δημότες, που θα φεύγουν από δω με να τόμο του Αισχύλου, του Πλάτωνα ή του Θουκυδίδης στα χέρια τους. Και να ξέρουν πώς μαζί με αυτούς, όλα τα φωτεινά πνεύματα της ανθρωπότητας, όπως ένα Βολταίρος, ένας Ρουσώ, ένας Αϊνστάιν, ένας Μαρξ, ένας Ελευθέριος Βενιζέλος (Θουκυδίδης), πέρασαν ώρες και ώρες σε μια πνευματική συντροφιά και ΄σε ένα βαθύ διάλογο με αυτά τα κείμενα.
Και πρέπει να είναι υπερήφανοι και οι άνθρωποι της ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς για την θαυμάσια χειρονομία τους. Και εκ μέρους όλων σας, αλλά κυρίως εκ μέρους ημών, κάποιων αδιόρθωτων παλιών φιλολόγων, παλιών δασκάλων, κι αμετανοήτων θαυμαστών των αρχαίων συγγραφέων, τους συγχαρώ και τους ευχαριστώ.
Και με όλη τη δύναμη του διαθέτω και με πάσαν ειλικρίνεια να τους πω ότι πολύ λίγες φορές στη ζωή μου βρέθηκα σε ένα πιο ταιριαστό εορτασμό της ημέρας των γραμμάτων.
Σας ευχαριστώ. Να είστε καλά.

Η πόλις

Κάθε φορά που ακούει τη λέξη πόλις, έρχεται στο νου μου η φράση του Νικία που μας τη σώζει ο Θουκυδίδης: «άνδρες γαρ πόλεις και ου τείχη, ου νήες ανδρών κεναί». Οι άνθρωποι είναι οι πόλεις και όχι τα τείχη και τα πλοία, άδεια από ανθρώπους. Γύρω στον 8ο αιώνα προ Χριστού, η βασιλεία καταργείται σε όλες σχεδόν της πόλεις της Ελλάδας και επικρατεί η Αριστορκατία/Ολιγαρχία. Οι Ολίγοι, οι ευγενείς ή ευπατρίδες, αναλαμβάνουν την εξουσία. Και πριν το τέλος του αιώνα αρχίζει μια κοινωνική αναταραχή. Οι πολλοί, ο κοινός λαός, αρχίζουν αγώνες για πολιτικά δικαιώματα και συμμετοχή τη διακυβέρνηση. Αυτός ο αιώνας, ο 7ος και ο 6ος είναι από τους πιο σημαντικούς, του πιο γόνιμους, τους πιο κοσμοϊστορικούς για τον Ελληνικό χώρο αλλά και για τον κόσμο. Συνηθίσαμε να μιλάμε συνεχώς και να θαυμάζουμε τον 5ο αιώνα. Όμως ό,τι ανδρώθηκε και συνελήφθη και κυοφορήθηκε στους λεγόμενους αρχαϊκούς αιώνες. Και σ΄ αυτούς τους αιώνες διαμορφώθηκε και ολοκληρώθηκε αυτό που συνηθίσαμε να λέμε πόλις-κράτος. Ένας λανθασμένος όρος, που δεν αποδίδει καθόλου ή ακόμα και αποπροσανατολίζει. Πρώτο γιατί δίνει μεγάλη έμφαση στη λέξη κράτος. Κι αυτή η λέξη ‘κράτος» γεννάει και γεννούσε σε όλες τις εποχές στον απλό πολίτη, αρνητικά συναισθήματα, κάποια ή πολλά, αναλόγως των εποχών και των ιστορικών συνθηκών. Πολλές φορές θυμίζει καταπίεση και επέμβαση στη ζωή του πολίτη. Σήμερα θυμίζει φορολογίες, ή εξουσία, καμιά φορά αβάσταχτη και καταπιεστική. Κι ύστερα η πόλις προϋπήρχε του μεταγενέστερα καλά οργανωμένου κράτους.
Τελευταία διάβασα, γηράσκω γαρ αεί διδασκόμενος, ένα νέο όρο, «πολιάδα κοινότητα». Ένας όρος που τονίζει το αρχικό και βασικό κύτταρο, τον πυρήνα της πόλης, την κοινότητα. Μια κοινότητα ανθρώπων, μια κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική κοινότητα. Κοινότητα στόχων και στοχασμών, κοινότητα οραμάτων, κοινότητα τρόπου ζωής, σκέψεως και πράξεως.
Όλοι οι ορισμοί της πόλης που έχουμε από την αρχαιότητα, όπως τους βρίσκουμε εκτός των άλλων κυρίως στον Αριστοτέλη χαρακτηρίζουν την πόλη ως «κοινωνία», «τέλεια και αυτάρκης κοινωνία» «κοινωνία αυτάρκης, σύνθετη από κώμες, που έχει σκοπό την επιβίωση και την ευζωΐαν των μελών της» «μια κοινωνία πολιτών ικανών να έχουν αυτάρκεια ζωής».
Δεν βρίσκουμε πουθενά ορισμό της πόλης ταύτιση της πόλης με το κράτος ή συσχετισμό κράτους και πόλης–οικισμού. Αλλά και τα αρχαία κράτη σπάνια ταυτίζονται πλήρως με μια συγκεκριμένη πόλη˙ τα πιο πολλά είναι μια πόλη-πυρήνας, κέντρο, και ένα αριθμός άλλων κοινοτήτων εκτός των τειχών. Υπήρχαν άλλωστε και κράτη που δεν είχαν καμιά πόλη, όπως την ξέρουμε, αλλά ένα αριθμό μικρές κώμες.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι οι κάτοικοι της Αττικής, είτε κάτω από την ακρόπολη ζούσαν, είτε στη μακρινή Ελευσίνα, ονομάζονται Αθηναίοι κι έτσι προσφωνούνται, «Ω άνδρες Αθηναίοι». Μέλη της μιας και αδιαίρετης πόλεως των Αθηνών. Κι αυτή η προσφώνηση, με το όνομα των πολιτών, κι όχι με το όνομα της πόλης, είναι η σταθερή και χαρακτηριστική αναφορά στα αρχαία κείμενα. Γράφουν οι αρχαίοι ιστορικοί «οι Αθηναίοι έπεμψαν πρέσβεις εις Κορινθίους, εις Μεγαρείς, εις Λακεδαιμονίους» και όχι «αι Αθήναι στην Κόρινθο, ή στα Μέγαρα, ή στη Σπάρτη. Η επικοινωνία είναι με τους ανθρώπους, και πόλη είναι οι άνθρωποι. Και είναι πάρα πολλά τα αποσπάσματα στο αρχαίο Ελληνικό δράμα, τραγωδία και κωμωδία, όπου γίνεται αυτή η ταύτιση της πόλης με τους πολίτες. Όταν ο ΧΟΡΟΣ στους Αχαρνής του Αριστοφάνη φωνάζει «Είδες, ω πάσα πόλι τον φρόνιμον άνδρα», είναι τους πολίτες που καλεί να δούνε και να καμαρώσουνε τον ήρωα, και μάλιστα σε μια πόλη που το ευσύνπτον μέγεθός της, επιτρέπει στο ΧΟΡΟ να καλεί προσωπικά την πάσαν πόλιν, δηλαδή όλους τους συμπολίτες του.
Γινόταν ήδη στην αρχαιότητα συζήτηση για τον ιδανικό μέγεθος και τον μέγιστο πληθυσμό μιας πόλης. Ο Πλάτων μιλά για μια ιδεώδη πόλη των 5000 κατοίκων. Κι ο Αριστοτέλης, μιλά πως μια πόλη δεν μπορεί να είναι πολύ μικρή, γιατί τότε δεν θα είναι αυτάρκης, ούτε πολύ μεγάλη, γιατί τότε δεν θα υπήρχε η επικοινωνία μεταξύ των πολιτών της και δεν θα μπορούσε να κυβερνηθεί σωστά. Μια πόλη των 100.000 κατοίκων είναι παράλογη, για τον Αριστοτέλη, μια πόλη του ενός εκατομμυρίου βέβαια είναι ανέκδοτο ή ουτοπία, με την πρωταρχική σημασία του όρου, δεν είναι πια τόπος, δεν είναι κόσμος αλλά χάος.
Ανάφερα ήδη τη λέξη αυτάρκης. Η αυτάρκεια ήταν μια αρετή στην οποία έδιναν πολύ σημασία οι αρχαίοι και που οι μεταγενέστεροι λίγο αντελήφθησαν. Αυτάρκεια και του ατόμου αλλά και της πολιάδας κοινότητας. Αυτάρκεια είναι το να έχει ένα άτομο ή μια κοινωνική ομάδα όλα όσα χρειάζεται και να μπορεί να ζει με αυτά που έχει. Και όχι μόνο όσον αφορά τα οικονομικά, γενικά τα υλικά αγαθά, αλλά και τα πνευματικά. Το κύριο χαρακτηριστικό της αρχαίας πόλης αλλά και η ανεπανάληπτη αρετή της, ήταν η αυτάρκεια αγαθών, όχι μόνο των αγαθών των απαραιτήτων προς το ζην, για την βιολογική επιβίωση, αλλά και αυτάρκεια πνευματικής τροφής, αυτάρκεια πολιτισμού. Οι σύγχρονες πόλεις και χώρες, ακόμα κι οι είναι μακράν του να είναι αυτάρκεις. Ένα μόνο παράδειγμα, ας κόψουν την παροχή πετρελαίου στην Ευρώπη, και όλο το κοινωνικό και οικονομικό οικοδόμημα της ή θαύμα, αν θέλετε, καταρρέει.
Ακόμα και αυτάρκεια θεών είχε η κάθε πόλης, είχε και θεούς δικούς της, ή τους πανελλήνιους θεούς τους λάτρευε και τους γιόρταζε με ένα ειδικό, τοπικό όνομα.
Η αρχαία πόλις ήταν τρόπος ζωής. Κι ο Περικλής στον Επιτάφιο Λόγο του, εξυμνώντας την πόλη των Αθηνών, αυτό τον τρόπο ζωής εξυμνεί. Κι όλα τα μέλη της πολιάδας κοινότητας των Αθηναίων, πολίτες και μη πολίτες, άνδρες και γυναίκες, πλούσιοι και πτωχοί, είχαν από τους πανάρχαιους χρόνους κοινά ήθη και έθιμα. Λάτρευαν κοινούς θεούς, πίστευαν σε κοινές παραδόσεις και δοξασίες, τελούσαν κοινές εορτές. Και, κάτι που ίσως δεν προσέχουμε, ακόμα και οι δούλοι συμμετείχαν στις γιορτές της πόλης. ιδιαίτερα στις γιορτές του Διόνυσου, του Ελευθερέως Διονύσου, που ελευθέρωνε τον άνθρωπο από την καθημερινή έγνοια, και ακόμα και τους δούλους, έστω προσωρινά, από τα δεσμά της δουλείας. Είναι η γνωστή η κλήση προς τους δούλους στο τέλος των Διονυσίων «θύραζε, Κάρες, ουκέτι Διονύσια», που υποδηλοί ότι κι οι δούλοι, βγαίνανε στους δρόμους, οι Αθηναίοι πολίτες, για να γιορτάσουν τα Διονύσια.
Το κράτος της Πόλεως των Αθηνών- εν αρχή ην η πόλις και μετά οργανώθηκε το κράτος. Τώρα εμείς ξεκινούμε ανάποδα. Υπάρχει το κράτος και καταδυναστεύει την πόλη, δηλαδή τους ανθρώπους, και καταστρέφει την πόλη, τα κτίσματα, το περιβάλλον. Τα λουλούδια στ’ ουρανού τα ξέφωτα. Τις ζεστές γωνιές και τις ανοιχτές αγκάλες. Τις μοσχοβόλες πεζούλες και τα ανθοφόρα πεζοδρόμια. Κι πάνω, στο ανθρώπινο ύψος, κι όχι σε ύψη πολλών ορόφων, του ανατολίτη ήλιου παραθύρια. Πού έκλεινα πολλές φορές στερήσεις και βάσανα, όμως έκλειναν κι ελπίδες και όνειρα. Σήμερα είναι τα σφαλιστά και κλείνουν ερμητικά τον μολυσμένο αέρα του κλιματισμού…
Πόλις μια ευρύτερη οικογένεια ή μια επέκταση της οικογένειας…
Κάτω από την ίδια κορυφογραμμή, στον ίδιο κάμπο, με θέα το ίδιο κομμάτι θάλασσας…
Θεμέλια ριζιμιά
Λιγότερα σκουπίδια, περισσότερα φεγγάρια…
Ευτυχισμένοι όσοι γεννηθήκαμε και περάσαμε τα δύσκολα, τα στερημένα, τις πιο πολλές φορές παιδικά χρόνια, σε μια πόλη ή σε μια κοινότητα, σε μια πολιάδα κοινότητα…
Άλλοτε η πόλη ήταν ένα ποίημα. Ένα ποίημα κι ένα δημιούργημα. Ένα δημιούργημα με τέχνη, με ευαισθησία, με πινελιές πολιτισμού και πνευματικότητας, με όνειρα και οράματα. Κι ήταν κοιτίδα ονείρων και οραμάτων. Η γειτονιά, τα σοκάκι, έστω τα στενοσόκακο, που χωρούσε μόλις ένα κάρο ή αργότερα ένα αυτοκίνητο, να περάσει. Χωρούσαν όμως πολλά όνειρα…
Πόλη ήταν ένα καλησπέρα το σούρουπο, την λυχναφή ώρα, όταν περνούσαμε με τα πόδια από τα στενά δρομάκια, και καλησπερίζαμε τους γείτονες που κάθονταν στο πεζοδρόμιο, μέσα στις μυρωδιές του γιασεμιού και των βασιλικών. Τώρα οι πόρτες, ακόμα και αυτές που ξέμειναν και ανοίγουν σε ένα δρόμο, κι όχι σε ένα μισοσκότεινο διάδρομο πολυκατοικίας, είναι κλειστές. Κι έγκλειστοι κι εγκλωβισμένοι πίσω τοις οι ένοικοι, βουβοί και συνήθως τρομαγμένοι, βλέπουν τηλεόραση. Δεν ακούνε, δεν μιλάνε, δεν επικοινωνούν. Απλά βλέπουν τηλεόραση…

Προτεινόμενοι τίτλοι της ομιλίας μου:
1. Οι πόλεις των Ελλήνων και της Ανατολής.
2. Η πόλις, ο πολίτης και ο πολιτισμός.
3. Η πόλις, μια αυτάρκεια ζωής και πολιτισμού.
4. Ανθρώπινες πόλεις ή πόλεις ανθρώπων.
5. Η κοινωνικότητα του Έλληνα και η πόλις.
6. Η παλιά πόλις, ένα ποίημα κι ένας πυρήνας πολιτισμού.

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Η ομορφιά της γης μας


Ήταν ένα όμορφο απόγευμα εκεί στα κρασοχώρια μας. Το παλιό εργοστάσιο αναπαλαιώθηκε, όπως συνηθίσαμε να λέμε. Δυο καλαίσθητα, γερά, ενενηντάχρονα κτίσματα, βρήκανε την παλιά ομορφιά και λάμψη τους. Και είναι χαρά να τα βλέπεις και να σε πηγαίνουν τόσες δεκαετίες πίσω. Κι ακόμα πιο όμορφοι είναι οι γύρω λόφοι που πρασίνισαν ξανά από τα καινούργια αμπέλια. Το σκηνικό την ξερής, εγκαταλελειμμένης γης που όσο πάει και γενικεύεται εκεί στα κρασοχώρια μας, γιατί τα αμπέλια εγκαταλείπονται, αποκαταστάθηκε με νέους αμπελώνες. Κι είναι χαρά θεού η γνήσια ομορφιά της γης μας.
Το μεράκι κι η αγάπη κάποιων ανθρώπων για τη γη και την πανάρχαια παράδοσή της, εν συνδυασμώ με την επιστημονική κατάρτιση και τη γνώση συγχρόνων μεθόδων και σύγχρονης τεχνολογίας, έκαναν το θαύμα τους. Πάντρεψαν το παλιό με το καινούργιο, και έδωσαν ξανά πίσω τη ζωή στη γη και στον τόπο. Αυτό το θαύμα έγινε εκεί στη Μαλλιά.
Κι όπως ήτανε απόγευμα και σιγά-σιγά έσβηνε η μέρα, και κατέβαινε η νύχτα κι αγκάλιαζε τους γύρω λόφους, εκείνη την ώρα που συνηθίζω να τη λέω λυχναφή ώρα, νόμιζες πώς στη μέση κάποιου αμπελιού, στην κορφή κάποιου λόφου, σε μια ποταμοδκιάβαση, θα βγει από τη γη και τη δροσιά του σούρουπου η Ανεράδα, για να περπατήσει σε λαόνια, κάμπους τζιαί βουνά μαζί με τον ποιητή. Και κει, ανάμεσα Μαλιάς και Βάσας, να συναντήσει και τον γέρο Λιπέρτη, κάτω από την γέρικη ελιά που την αγόρασε για να του θυμίζει την Μαρικκούν του…
Κι΄ αναρωτιόμουνα κατεβαίνοντας ύστερα προς την πόλη: με τα 4 εκατομμύρια λίρες που δώσαμε για εκείνα τα καλλιστεία, πόσα τέτοια θαύματα θα γίνονταν, πόση τέτοια ομορφιά θα ξαναρχόταν στη γη μας. Ομορφιά για να τη χαιρόμαστε κι εμείς και οι ξένοι, που δε θα την βρίσκουν αλλού, κι όχι την εφήμερη και επίπλαστη, τη φκιασιδωμένη ομορφιά της πασαρέλας.
Ήτανε όμορφο το δειλινό και το σούρουπο κι η λυχναφής ώρα εκεί, στους λόφους της Βάσας, του Άρσους και της Μαλιάς. Κι ήταν χαρά θεού αυτό που δημιούργησε η αγάπη, το μεράκι κι η επιστημονική γνώση κάποιων ανθρώπων, που είναι ταμένοι σ΄ αυτό που κάνουν.
Κωστής Κολώτας

Δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στο τέλος Ιουλίου 2001

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

O ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΣΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΚΟΛΩΤΑ

Ο γνωστός πνευματικός άνθρωπος , μεταφραστής, συγγραφεας και λογοτέχνης Κ. Γεωργοσόπουλος  έγραψε στα ΝΕΑ των Αθηνών ημερομηνίας 14 Απριλίου και το αναδημοσίευσε και η Ελεθεροτυπία ημερομηνίας 15 Απριλίου 2010 το ακόλουθο σημείωμα:

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Επικήδειος λόγος του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού κ. Ανδρέα Δημητρίου κατά την κηδεία του Κωστή Κολώτα


Ο Θουκυδίδης στον "Επιτάφιό" του εκφράζει το φόβο πως οι έπαινοι προς τους νεκρούς μπορεί να θεωρηθούν υπερβολικοί, γιατί ο θάνατος εξωραΐζει τους ανθρώπους. Λίγες είναι οι περιπτώσεις εκείνες που τα εγκώμια έρχονται απλά να περιγράψουν αλήθειες και, ακόμη πιο σπάνιες, οι περιπτώσεις όπου τα λόγια είναι φτωχά για να αποδώσουν το πραγματικό έργο και την εξαιρετική προσφορά κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων. Ο θάνατος του Κωστή Κολώτα δεν είναι από εκείνους τους συνηθισμένους θανάτους ενός απλού εκπαιδευτικού και πολιτιστικού παράγοντα της πόλης της Λεμεσού. Είναι μια μεγάλη απώλεια, το κενό της οποίας παρατηρήθηκε κιόλας στους μήνες της δοκιμασίας του. Η Λεμεσός και η Κύπρος δεν θα είναι απλά φτωχότερες, αλλά είναι ήδη πάρα πολύ φτωχές. Ο Κωστής Κολώτας υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα της εκπαιδευτικής, της πολιτικής, της κοινωνικής και της πολιτιστικής ζωής, που εκτιμήθηκε τόσο στη Λεμεσό και στην υπόλοιπη Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Υπήρξε ρηξικέλευθος, καινοτόμος και ένας συνεχής μεταρρυθμιστής των εκπαιδευτικών και πολιτισμικών μας πραγμάτων. Καλός οραματιστής και συνάμα πρακτικός εφαρμοστής και διαχειριστής των πνευματικών του αναζητήσεων. Υπήρξε πάντοτε ο άνθρωπος που αναζητούσε να οδηγήσει τα αντικείμενα με τα οποία ασχολείτο στην ύψιστη ποιοτική τους στάθμη για το καλό του τόπου του.
Από τη στιγμή που επέστρεψε στη Λεμεσό ύστερα από τις σπουδές του στην Αθήνα και αφότου διορίστηκε ως φιλόλογος στα σχολεία της Λεμεσού, ο Κωστής Κολώτας είχε άμεση εμπλοκή με τα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης και το έργο του εκτιμήθηκε αμέσως. Ακόμα και μετά την αφυπηρέτησή του από την ενεργό εκπαιδευτική δράση μέχρι την ώρα που τον χτύπησε η αρρώστια είχε σημαντική συμβολή στην καθημερινή και εθνική ζωή της Λεμεσού. Ο Κωστής Κολώτας σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετεκπαιδεύθηκε στο Πανεπιστήμιο Reading της Αγγλίας. Υπηρέτησε την εκπαίδευση από πολλές θέσεις. Όλα τα έκανε σε υψηλό επίπεδο, με ποιότητα και με υπευθυνότητα, με μια χαρακτηριστική στωικότητα γιατί πίστευε στην ωρίμανση των πραγμάτων. Όλα στην ώρα τους. Ποτέ δεν βιαζόταν γιατί ήξερε πως τα ζητήματα του πολιτισμού είναι πολύ μεγάλη υπόθεση για να τα αφήνεις στην τύχη χωρίς σοβαρή και ενδελεχή επιμέλεια.
Ως φιλόλογος είχε – σύμφωνα με τους μαθητές του – συνείδηση της υψηλής του αποστολής. Είχε το φυσικό χάρισμα του ‘διδάσκειν’ και δεν είναι καθόλου τυχαίο που όλοι τον προσαγόρευαν: «Δάσκαλε». Υπήρξε πάντα καλός διδάσκων, αλλά και καλός μαθητής. Ζητούσε να μαθαίνει ό,τι δεν είχε την τύχη να το γνωρίζει και ήταν από τους λίγους καθηγητές που όταν τον ρωτούσε ένας μαθητής κάτι για το οποίο δεν είχε πλήρη εικόνα, έλεγε «θα το μελετήσω και θα σου πω αύριο». Kαι το έκανε με χαρά. Ήξερε πώς να κατεβαίνει στο επίπεδο του συνομιλητή του για να τον ανεβάσει με τη μαιευτική μέθοδο ώστε να κατανοήσει ακόμα και τις πιο δύσκολες έννοιες. Γινόταν φίλος με τους μαθητές και τους συναδέλφους του, με τους οποίους παρέμεινε φίλος μέχρι το τέλος της ζωής του.
Δίδαξε θέατρο σε μαθητές που, υπό άλλες συνθήκες, ποτέ δεν θα είχαν επαφή με το θέατρο ως μέσο εκπαίδευσης και καλλιέργειας. Πρώτος εισήγαγε μαθήματα ορθοφωνίας, κινησιολογίας και θεατρολογίας σε ειδικά σεμινάρια σε μια εποχή που δεν υπήρχε κρατικό θέατρο ούτε οργανωμένη θεατρική παιδεία στην Κύπρο. Ανέβασε πολλές παραστάσεις στο Λανίτειο Γυμνάσιο στις οποίες οι μεταφράσεις, η σκηνοθεσία και η επιμέλεια ήταν δικές του. Όταν άνοιξε το Θεατράκι του ΡΙΚ, με το θρυλικό του VW μετέφερε τους μαθητές που αγαπούσαν το θέατρο για να δουν όλες εκείνες τις παραστάσεις σύγχρονου θεάτρου. Πολλοί μαθητές του ακολούθησαν τη φιλολογία ή το θέατρο επηρεασμένοι από εκείνον τον πρακτικό τρόπο μύησης στο μαγικό κόσμο της Γραμματείας μας, καθώς και του θεάτρου.
Πέρα από το θέατρο, ο Κωστής αγαπούσε τον αθλητισμό. Εκτός από την εμπλοκή του στα κοινά της αγαπημένης του ομάδας, τον Άρη, το σωματείο που υπηρέτησε από πολλές θέσεις, βοήθησε και στην ανασύσταση της χορωδίας του Άρη. Υπήρξε για πολλά χρόνια ο κύριος συντονιστής των διαφόρων αγώνων που διοργανώνονταν στο ΓΣΟ και εκφωνητής των αθλητικών αγώνων συνδέοντας, μάλιστα, τη θεατρική του φωνή με χαρακτηριστικές εκφράσεις του τύπου «έφορος, κριταί και χρονομέτραι, παρακαλώ εις τας θέσεις των».
Είναι ο άνθρωπος που συνομίλησε, όσο κανένας άλλος, με τους θεατρικούς παράγοντες του εν γένει ελληνισμού και καθιέρωσε μια δική του μεταφραστική «Σχολή». Ας θυμηθούμε ότι μετέφρασε την τριλογία «Ορέστεια», τους «Πέρσες» και τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου, τα έργα του Σοφοκλή «Αίαντας» και «Αντιγόνη», τις «Ικέτιδες», τις «Βάκχες», τις «Τρωάδες», την «Εκάβη» και την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευρίπιδη. Επίσης, ασχολήθηκε με τη μετάφραση του αριστοφάνειου σατιρικού έργου και συγκεκριμένα των κωμωδιών: «Θεσμοφοριάζουσες», «Εκλησιάζουσες», «Όρνιθες», «Βάτραχοι» και «Πλούτος». Ως εξαίρετος γνώστης και της αγγλικής φιλολογίας ασχολήθηκε και με τη μετάφραση έργων της κλασικής αγγλικής φιλολογίας όπως τα θεατρικά «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», «Όνειρο θερινής νυκτός», «Πολύ κακό για το τίποτε» και «Ριχάρδος ο Γ΄» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, καθώς και το «Πανηγύρι του Αγίου Βαρθολομαίου» του Μπεν Τζόνσον.
Ως μεταφραστής θεατρικών έργων είχε τη χαρά να ακούσει και να δει τις μεταφράσεις να παρουσιάζονται από τoν ΘΟΚ, τo Εθνικό Θέατρο, τo Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Νέο Θέατρο Θεσσαλονίκης και άλλα θέατρα στην Κύπρο και την Ελλάδα, όπως επίσης και από τo ΡIΚ και τηv ΕΡΤ. Πολλές μεταφράσεις του έχουν ανεβαστεί στην Επίδαυρο. Οι μεταφράσεις των θεατρικών έργων τόσο από το αρχαίο θέατρο όσο και από το διεθνές ρεπερτόριο έχουν σχολιαστεί από τους καλύτερους και πιο έγκυρους κριτικούς. Χαρακτηριστικό στοιχείο των μεταφράσεών του υπήρξε, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, η πρόσθεση μιας κυπριακής χροιάς επειδή γνώριζε, όσο κανένας άλλος, ότι το θέατρο και ιδιαίτερα το αριστοφανικό, αποζητούσε την αμεσότητα και την ακαριαία αντίδραση του κοινού.
Όταν το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου το Σεπτέμβριο του 2007 θα τελούσε τα εγκαίνια (για το οποίο ο Κωστής Κολώτας ήταν από τους πρωτεργάτες για να δημιουργηθεί στη Λεμεσό, ως δημοτικός σύμβουλος που υπηρετούσε τότε στον Δήμο Λεμεσού), ο τότε υπεύθυνος για την τελετή, ο μαθητής του, ο Μ. Σοφοκλέους απευθύνθηκε στον «Δάσκαλο» για να μεταφέρει σε ζωντανό λόγο τον «Επιτάφιο» του Περικλή, τον μονόλογο του «Προμηθέα Δεσμώτη», του Αισχύλου, το χορικό από την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Οι μεταφράσεις του Κωστή Κολώτα μελοποιήθηκαν από τον Μάριο Τόκα. Ο Κωστής ήταν εκεί μέχρι την τελευταία πρόβα, να δει και την τελευταία λεπτομέρεια.
Πρωτοστάτησε για τη δημιουργία της Εταιρείας Θεατρικής Ανάπτυξης Λεμεσού (ΕΘΑΛ), που ξεπέρασε ήδη τις 100 παραστάσεις. Για την αγάπη του και τη συμβολή του στο θέατρο, η πολιτεία τον τίμησε ποικιλοτρόπως. Υπήρξε μέλος και Πρόεδρος τoυ Διοικητικού Συμβουλίου του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τραπέζης Κύπρου από της ιδρύσεώς του και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, καθώς και μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Βραβεύθηκε με το Βραβείο “Μελίνας Μερκούρη”, θεατρικής συγγραφής, του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου. Μετείχε ως εισηγητής σε τοπικά και διεθνή θεατρικά συνέδρια και δημοσίευσε άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά με θέμα, κυρίως, το αρχαίο ελληνικό δράμα. Δίδαξε Ιστορία του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου και Δραματολογία σε θεατρικά εργαστήρια και δραματικές σχολές, της Κύπρου και της Ελλάδας.
Αλησμόνητες θα μείνουν οι μουσικές και ποιητικές νύχτες που οργάνωνε στο θεατράκι της «Μικρής Σαλαμίνας» (που η αγάπη των Αμμοχωστιανών της Λεμεσού ξανάστησε στη Φασούλα), αφιερωμένες στις καλοκαιρινές μέρες του Αυγούστου με πανσέληνο. Εκεί, μέσα από κείμενα από όλη την γκάμα της ελληνικής ποίησης και μουσικής που επέλεγε έδειχνε όλο τον αισθητικό του πλούτο, αλλά και όλη την τρυφερότητα της ψυχής του.
Ο Κωστής Κολώτας υπήρξε ένας ‘πολίτης’, με την παλιά σημασία που περιείχε η λέξη. Εκτός από τις πνευματικές δραστηριότητες και αναζητήσεις, έντονο και διαρκές ήταν το ενδιαφέρον του για τα κοινά, έχοντας διατελέσει και δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Λεμεσού, με το συνδυασμό «Η Πόλη μας» γιατί πίστευε στην ‘πολιτότητα’ ως ένα σημαντικό θεσμό της πολιτικής ζωής των ανθρώπων. Ποιός δεν θα τον θυμάται να διασχίζει την πόλη με τη μικρή του μοτοσικλέτα για να πάρει τις εφημερίδες του, να σταματήσει για να κουβεντιάσει με τους φίλους του που τους έβρισκε σε κάθε γωνιά της πόλης όπου και να πήγαινε, να μιλήσει σε πολύ ιδιωτικό τόνο με τον καθένα που συναντούσε τον «Δάσκαλο;».
Αποζητούσε το διάλογο και κράτησε διάφορες στήλες σε εφημερίδες της Κύπρου για πολιτιστικά και κοινωνικά θέματα. Δεν είναι τυχαίο που κράτησε στο Κανάλι της Λεμεσού πρώτα ως 9.86 και στη συνέχεια Κανάλι 6 μόνιμη εκπομπή στην οποία συνομιλούσε με τους πολίτες για τα θέματα που τους ενδιέφεραν και τους απασχολούσαν στην καθημερινή τους ζωή.
Η Λεμεσός υπήρξε η έμπνευσή του. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τη Λεμεσό χωρίς ανθρώπους όπως ο Κωστής Κολώτας. Φοβάμαι πως άνθρωποι όπως τον Κωστή όταν φεύγουν, σπάει το καλούπι και είναι δύσκολο να τους αντικαταστήσεις. Είναι μοναδικοί και αυτή τη μοναδικότητά τους δεν την κράτησαν για τον εαυτό τους, αλλά την έκαναν δημιουργική γέφυρα για να περάσουν σημαντικές και ευφάνταστες ιδέες, να στηθούν θεατρικές παραστάσεις, να γίνουν μεταφράσεις, ομιλίες, δρώμενα.
Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να σας διαβάσω μια από τις μεταφράσεις του Κωστή Κολώτα από το «Χορικό της Αντιγόνης» του Σοφοκλή, το γνωστόν «πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει…», όπως ακούστηκε στην τελετή έναρξης του πανεπιστημίου το Σεπτέμβριο του 2007:

Πολλά είναι τα θαυμαστά στον κόσμο ετούτο!
Πιο θαυμαστό από όλα ο άνθρωπος.
Την αφρισμένη θάλασσα περνάει ποντοπόρος
το φουσκωμένο κύμα σκίζοντας.
Τη γη την άφθαρτη, τη μάνα και τροφό,
οργώνει στου χρόνου τα γυρίσματα,
με τα καματερά που δάμασε
και τα έζεψε εις το βαθύ αλέτρι.
Με το μυαλό του πετάει σαν άνεμος
τη γλώσσα έμαθε και πώς να ζει σε κοινωνία με νόμους.
Ο άνθρωπος ο πολυμήχανος
που έμαθε των καιρών την αγριάδα,
το χιονιά και τη βροχή ν’ αποφεύγει
κι ηύρε τη γιατρειά από πολλές αρρώστιες
μα τον θάνατο να νικήσει δεν μπορεί.
Μάστορας πρωτομάστορας
τέχνες πολλές σοφίστηκε.
Όμως το θολωμένο του μυαλό
μια στο καλό, την άλλη στο κακό
πορεύεται και τρέχει.
Σωστός πολίτης όποιος των ανθρώπων τα δίκαια
και των θεών τα όσια ακολουθεί.

Αγαπημένε μας Κωστή Κολώτα,
Πάντα μας μιλούσες για τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, που σε κάποια μέρη του νησιού, κυρίως από τους πιο ηλικιωμένους ανθρώπους, παραμένει μεγάλος. Συνάντησες, έγραψε κάποτε μια εφημερίδα, μια φορά σε ένα χωριό της Πάφου μια γερόντισσα (κοτζιάκαρη, όπως τη λέμε στο νησί) και τη ρώτησες «ίντα που κάμνεις, κυρά;». «Καλά είμαι», σου αποκρίθηκε εκείνη. «Ε το, καρτερώ να 'ρτει η λυχναφής ώρα, να γυρίσει ο γέρος μου έσσω (σπίτι)». Ο Δάσκαλος μάς έδειξε ότι λυχναφής ήταν η ώρα, κάτι μεταξύ δειλινού και αρχής της νύχτας (ίσως πιο κοντά είναι το «λιόγερμα»), που έβγαινε στους δρόμους «ο άνθρωπος που θα άναφκεν τους λύχνους». Έναν τέτοιο άνθρωπο που άναβε κάθε τόσο τους πολιτιστικούς μας λυχνοστάτες κατευοδώνουμε σήμερα, που άναβε τους «λυχνοστάτες της ζωής μας» για να έχουμε φως, περισσότερο φως.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα του αγαπημένου σου χωριού Άρσους, που θα σε σκεπάσει την ‘λυχναφήν ώραν’.

Σύντομο Βιογραφικό του Κωστή Κολώτα


Γεννήθηκε το 1934. Αποφοίτησε από το Λενίτειο Γυμνάσιο Λεμεσού.Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στo Πανεπιστήμιο Αθηνών και στo Πανεπιστήμιο Reading της Αγγλίας. Υπηρέτησε ως Καθηγητής και Διευθυντής Σχολείων Μέσης Παιδείας, και Καθηγητής στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου. Ασχολήθηκε με τo Θέατρο ως μελετητής, συγγραφέας και μεταφραστής. Μεταφράσεις και έργα του παίχτηκαv από τo ΘΟΚ, τo Εθνικό Θέατρο Αθηνών, τo Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Νέο Θέατρο Θεσσαλονίκης, την ΕΘΑΛ και άλλα θέατρα στην Κύπρο και την Ελλάδα, όπως επίσης και από τo ΡIΚ και τηv ΕΡΤ. Πολλές μεταφράσεις του έχουν ανεβασθεί στο Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος της Επιδαύρου.
Από το Αρχαίο Ελληνικό Δράμα μετέφρασε: «Ορέστεια», «Πέρσες» και «Επτά επί Θήβας» του Αυσχύλου, «Οιδίποδα», «Αίαντα» και «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, «Ικέτιδες», «Βάκχες», «Τρωάδες», «Εκάβη» και «Ιφιγένια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη. ‘Θεσμοφοριάζουσες», «Εκλησιάζουσες», «Όρνιθες», «Βατράχους» και «Πλούτο» του Αριστοφάνη. Μετέφρασε επίσης «Ρωμαίο και Ιουλιέτα», «Όνειρο θερινής νυκτός» «Πολύ κακό για το τίποτε» και «Ριχάρδο τον Γ’» του Σαίξπηρ, και το «Πανηγύρι του Αγίου Βαρθολομαίου» του Μπεν Τζόνσον.
Συμμετείχε ως εισηγητής σε τοπικά και διεθνή θεατρικά συνέδρια και δημοσίευε άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά με θέμα κυρίως το αρχαίο Ελληνικό δράμα. Δίδαξε Ιστορία του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου και Δραματολογία σε θεατρικά εργαστήρια και Δραματικές Σχολές, της Κύπρου και της Ελλάδας.
Υπήρξε Μέλος και Πρόεδρος τoυ Διοικητικού Συμβουλίου του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου και του Αθλητικού Σωματείου Άρης Λεμεσού και μέλος του Δ.Σ. του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου. Ήταν μέλος του Δ.Σ. του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τραπέζης Κύπρου από της ιδρύσεώς του και μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων.
Πρωτοστάτησε στην επανίδρυση της Χορωδίας του Άρη ,υπήρξε από τους πρωτεργάτες στη δημιουργία του Πανεπιστημίου στη Λεμεσό και της ΕΘΑΛ Λεμεσού
Το 1996 εκλέγεται μέχρι το 2001 ως Ανεξάρτητος Δημοτικός Σύμβουλος Λεμεσού επικεφαλής της Κίνησης Πολιτών «Η Πόλη μας» που πρωτοστάτησε στη δημιουργία της και προέδρευε της Πολιτιστικής Επιτροπής του Δήμου Λεμεσού.
Είχε για πολλά χρόνια την μόνιμη πολιτιστική εκπομπή στο ραδιοφωνικό σταθμό ΚΑΝΑΛΙ 6 της Λεμεσού, «Κουβέντα μ’ ένα φίλο».
Βραβεύτηκε με το Βραβείο Θεατρικής Συγγραφής και Μετάφρασης «Μελίνα Μερκούρη», του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου.
Ήταν παντρεμένος με την φιλόλογο Νάνα Κολώτα και είχε τρία παιδιά, τον Χρίστο Κολώτα καθηγητή της Ογκολογίας στην Ελβετία, την Χαρά Κολώτα- Δημοσθένους δικηγόρο και την Μαρία Κολώτα- Χαλδαίου καθηγήτρια χορού.





26 Δεκεμβρίου 1959 γάμος με Νάνα Κολώτα το γένος φαντομά
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
                                                                                      Η Οικογένεια Κωστή Κολώτα